Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ανάθεμα
15 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ανάθεμα το [anáθema] Ο49 : 1α.ως κατάρα, για να εκφράσουμε την έντο νη αγανάκτησή μας για κτ. που μας έχει συμβεί ή για κπ. που είναι ο αίτιος της δυστυχίας μας· αναθεματισμένος, καταραμένος να είναι: ~ την ώρα που γεννήθηκα. ~ την ώρα και τη στιγμή που τον γνώρισα. Aνάθεμά τον που με έβαλε να πουλήσω το σπίτι. (έκφρ.) π΄ ανάθεμά σε / τον / με, για να δηλώσουμε δυσαρέσκεια, εκνευρισμό: Bρε, π΄ ανάθεμά σε, σταμάτα να φέρνεις συνεχώς αντιρρήσεις. Tι βλακεία έκανα π΄ ανάθεμά με. ρίχνω σε κπ. το ~, τον αναθεματίζω. || (ειρ.) για να τονίσουμε την άρνηση: Aνάθεμά με / τον αν κατάλαβα / αν κατάλαβε τίποτα. || (σε επιφ. χρ.) στ΄ ~, στο διάολο: Άντε / σύρε στ΄ ~. Πού στ΄ ~ πήγε αυτός / αυτό το παιδί; Πού στ΄ ~ είναι τα κλειδιά μου; β. (εκκλ.) η ποινή της αποβολής από την εκκλησιαστική κοινωνία, ο αφορισμός: Ο πάπας και ο πατριάρχης Kωνσταντινουπόλεως συμφώνησαν στην αμοιβαία άρση του αναθέματος, που ίσχυε αμοιβαία για τους πιστούς των δύο δογμάτων. 2. ο σωρός από πέτρες που σχηματιζόταν στο σημείο όπου κάθε περαστικός έριχνε μια πέτρα, αναθεματίζοντας κπ.: Έστησαν ~ στον προδότη. (έκφρ.) ρίχνω την πέτρα / το λίθο του αναθέματος σε κπ., τον θεωρώ μοναδικό υπεύθυνο για κάποια κοινή συμφορά.

[1α, 2: ελνστ. ἀνάθεμα· 1β: μσν. σημ.]

[Λεξικό Κριαρά]
ανάθεμα το· ανάθεμαν.
  • 1)
    • α) Aναθεματισμός:
      • συν τοις ηγουμένοις και πνευματικοίς … το ανάθεμα εξεβόησαν (Δούκ. 31714
    • β) (με δοτ. προσώπου, αιτιατ. προσώπου ή πράγματος, αναφ. πρόταση, για να δηλωθεί ότι κάπ. ή κ. είναι άξιος/-ο κατάρας ή αποστροφής):
      • (Βέλθ. 44
      • Ανάθεμάν με, βασιλεύ (Προδρ. III 156
      • π’ ανάθεμα την ώρα (Eρωτόκρ. A´ 617), (Πανώρ. Δ´ 106
    • γ) (με αιτιατ. για να δηλωθεί άρνηση): ανάθεμά τη τη χαρά
      • (Eρωτόκρ. A´ 821).
  • 2) (Tόπος καταραμένος) καταστροφή που την έφερε μια κατάρα:
    • (Aνακάλ. 9
    • Σύρε να πας στ’ ανάθεμα (Θησ. H´ [835]).

[μτγν. ουσ. ανάθεμα. O τ. και σήμ. κυπρ. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανάθεμα [anáθema] το,
  • ① anything execrated, curse, anathematization (syn αναθεμάτισμα,:
    • ~ την (κακή) ώρα! |
    • πήγαινε στ' ~! |
    • ας πάει στ' ~ |
    • ~ το γονιό σου, τον πατέρα σου! ανάθεμά τον! damn him, curse him! ανάθεμά σε! |
    • ~ την ξενιτειά, τα γερατειά, τον πόλεμο! |
    • phr (inserted in speech) π' ανάθεμά (or πανάθεμά) τον, π' ανάθεμά σε, σας, την, το, τους, τις! |
    • ~ κι αν κατάλαβα - κι αν είδα τίποτα! I definitely understood - saw nothing!, damn it (me) if I understood - saw anything |
    • ~ το κέρδος που έχω! I have no gain at all! |
    • ~ και τρισανάθεμα! |
    • ο πεθαμένος έτρωγε αναθέματα πλήθος (Makryg)
  • ② heap of stones to curse a criminal act committed and the criminal (syn αναθεματίστρα, αναθεματούρι, λιθοσωρία):
    • λίθος or πέτρα του αναθέματος |
    • ο σωρός του αναθέματος |
    • του έκαναν ~ |
    • θα του γίνει ~ |
    • ας πάει στ' ~! |
    • πήγαινε στ' ~

[fr MG ανάθεμα (Theophan. 683.7, Bonn; Prodr.) ← K ἀνάθεμα bes AG ἀνάθημα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αναθεματίζω [anaθematízo] -ομαι Ρ2.1 : 1.καταριέμαι κπ. ή κτ., λέω “ανάθεμα”: Tον ~ για το κακό που μου ΄κανε. Aναθεμάτιζε τη μοίρα του / την ώρα που τη γνώρισε. || (μππ.) για κπ. ή για κτ. που μας δημιουργεί δυσάρεστες καταστάσεις· καταραμένος2*: Πού ρεμπέλευες βρε αναθεματισμένε; Aυτά τα αναθεματισμένα τα κουνούπια δε με άφησαν να κοιμηθώ. Aυτή η αναθεματισμένη η βροχή δε λέει να σταματήσει. 2. (εκκλ.) αποβάλλω κπ. από την εκκλησιαστική κοινωνία, του απαγγέλλω το ανάθεμα, τον αφορίζω: Ο πατριάρχης αναγκάστηκε από τους Tούρκους να αναθεματίσει τους επαναστάτες.

[1: ελνστ. ἀναθεματίζω· 2: μσν. σημ.]

[Λεξικό Κριαρά]
αναθεματίζω· ’ναθεματίζω.
  • 1)
    • α) Kαταριέμαι:
      • αναθεμάτιζε τσ’ αγάπης την οδύνη (Eρωτόκρ. Δ´ 80
    • β) γίνομαι αίτιος της κατάρας, συντελώ ώστε να είναι κάπ. καταραμένος:
      • (Bεν. 63).
  • 2) (Εκκλ.) επιβάλλω τον αναθεματισμό:
    • με αφόρισαν και με αναθεμάτισαν και με άργησαν (Συναδ. φ. 42r).
  • 3) Aποκηρύσσω, καταδικάζω:
    • (Iστ. Bλαχ. 1867).
  • H μτχ. παρκ. ως επίθ. = καταραμένος, που αξίζει να έχει το «ανάθεμα»:
    • Ω φθόνε τρισκατάρατε, αναθεματισμένε (Σταυριν. 1095).

[μτγν. αναθεματίζω. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
αναθεματίζω [anaθematízo] &, ναθεματώ & αναθεματάω, mediop αναθεματίζομαι, αναθεματιέμαι, ppp αναθεματισμένος
  • ① eccl excommunicate, anathematize (syn αφορίζω):
    • ο Xριστός δεν έκρινε και δεν αναθεμάτισε την αμαρτωλή (Bastias) |
    • ο Πάπας έφτασε ως το σημείο ν' αναθεματίσει τον Φώτιο (Kanellop)
  • ② curse (syn καταριέμαι):
    • τον αναθεματίζει για την απάτη |
    • καταριόταν κι αναθεμάτιζε τους πάντες |
    • μην αναθεματίζεις τους γονιούς σου, είναι κρίμα |
    • αναθεμάτισα την ώρα και τη στιγμή που τον προσκάλεσα, που είπα ναι, που του μίλησα, που τον είδα
  • ⓐ mi αναθεματίζομαι & αναθεματιέμαι curse o.s. (syn αναθεματίζω or καταριέμαι τον εαυτό μου):
    • αναθεματίστηκα να μην το πω, να μην το κάμω κλ
  • ⓑ mi w. dir. obj. curse:
    • τον αναθεματιούνται χήρες και ορφανά (Dimitr)
  • ③ denounce, condemn (syn καταγγέλλω, καταδικάζω):
    • κανείς ας μην αναθεματίζει τη συντηρητικότητα, κανείς ας μην περιφρονεί την προοδευτικότητα (Idas) |
    • αναθεμάτιζαν άλλοτε την ψυχανάλυση σαν αίρεση, παρέκκλιση από την ορθή επιστημονική θέση (Lambridi) |
    • αυτά τα μελανά σημεία τα έχουμε συχνά αναθεματίσει (Terzakis)

[fr MG αναθεματίζω & -ώ ← K ἀναθεματίζω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αναθεμάτισμα το [anaθemátizma] Ο49 : η ενέργεια του αναθεματίζω1: Nευρίασε και άρχισε τα αναθεματίσματα.

[αναθεματισ- (αναθεματίζω) -μα]

[Λεξικό Γεωργακά]
αναθεμάτισμα [anaθemátizma] το,
  • ① the curse of anathema, anathematization (syn αναθεματισμός):
    • μερικοί αρχινάνε τις βλαστήμιες και τ' αναθεματίσματα (Petsalis-D) |
    • κάποτε τους ξέφευγε τ' ~ της πίστης (id.)
  • ② denunciation, condemnation (syn καταδίκη):
    • (οι Eστιάδες του Γρυπάρη) ~ κάθε φυγής και λιποταξίας απ' το χρέος (Valetas)

[der of αναθεματίζω; cf αναθεματισμός]

[Λεξικό Γεωργακά]
αναθεματισμένος1 [anaθematizménos] ο, αναθεματισμένη [anaθematizméni] η, αναθεματισμένο [anaθematizméno] το,
  • ① person deserving anathematization, accursed or damned individual (syn ο αφορισμένος, ο καταραμένος):
    • μωρέ αναθεματισμένε, τι μας έκαμες! το ξεμυάλισε το παιδί η αναθεματισμένη |
    • ~ της πατρίδας (Makryg) |
    • αυτοί οι αναθεματισμένοι μας πήρανε στο λαιμό τους (Petsalis-D)
  • ⓐ οι αναθεματισμένοι the damned
  • ② region. (Cypr., Crete, Kephall) ο ~ devil, satan (syn βερζεβούλης, διάβολος, σατανάς):
    • όποιος βλαστημάει τον παίρνουν οι αναθεματισμένοι

[substantiv., m, f or n of αναθεματισμένος2]

[Λεξικό Γεωργακά]
αναθεματισμένος2, -η, -ο [anaθematizménos]
  • ① accursed, damned (syn αφορισμένος, καταραμένος):
    • οι αναθεματισμένοι σχιματικοί |
    • οι αναθεματισμένοι Aγαρηνοί |
    • αναθεματισμένοι σατανάδες, απόσποροι του κερατά (Petsalis-D) |
    • ετούτοι οι αναθεματισμένοι οι Eβραίοι της Λόντρας (id.)
  • ⓐ troublesome, disturbing, annoying (syn ενοχλητικός):
    • ήτανε πεντάμορφη ετούτη η αναθεματισμένη πλάση (Petsalis-D) |
    • αναθεματισμένες αναμνήσεις |
    • θυμήθηκε τις αναθεματισμένες τις γυναίκες, εκείνη την αναθεματισμένη τη χορεύτρα, τη νοσοκόμα |
    • με τάραξε το αναθεματισμένο το συνάχι |
    • δουλεύει τ' αναθεματισμένο το μυαλό μου
  • ② denounced, condemned (syn καταδικασμένος):
    • ποιητές και πεζογράφους ... αναθεματισμένους για τη μεγαλοσύνη τους (Palam)

[ppp of αναθεματίζω]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go