Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ανάβαση
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ανάβαση η [anávasi] Ο33 : η πορεία προς τα πάνω, το ανέβασμα συνήθ. σε βουνό: H ~ στην κορυφή του Ολύμπου είναι επικίνδυνη.

[λόγ. < αρχ. ἀνάβα(σις) -ση]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανάβαση [anávasi] (& L ανάβασις) gen ανάβασης & αναβάσεως, pl αναβάσεις
  • ① going up, ascent (syn ανέβασμα, L άνοδος, ant κατάβαση, κατέβασμα, L κάθοδος):
    • ~ ομαλή, ανώμαλη, δύσκολη |
    • γραφική ~ |
    • κλίμακες για την ~ των θεατών στην άνω ζώνη του κοίλου του θεάτρου (Dakaris) |
    • οι ανελκυστήρες καταργούν την ~
  • ⓐ going or marching inland (fr the coast):
    • Kύρου ανάβασις Cyrus' anabasis |
    • η ~ προς τη μονή έγινε με μουλάρια
  • ⓑ climbing up, ascent (syn αναρρίχηση, ανέβασμα):
    • πορεία αναβάσεως |
    • εκάμαμε τρίωρη ~ στο βουνό |
    • ~ ως την κορυφή του βουνού |
    • η ~ στον Όλυμπο μένει πάντα το όραμα το πιο φλογερό (Venezis)
  • ⓒ mounting (on a riding animal):
    • η ~ στο άλογο mounting the horse, climbing on the horse
  • ② specif of a new king or other ruler, ascension (syn άνοδος):
    • η ~ του διαδόχου στο θρόνο the ascent of the crown prince to the throne
  • ③ astron rising (of a heavenly body):
    • συνεχείς αναβάσεις και καταβάσεις του ήλιου, των αστερισμών και της σελήνης (Papatsonis)
  • ④ fig advancement to higher stages, elevation (syn ανέβασμα, ανύψωση, εξύψωση, πρόοδος):
    • ~ του ανθρώπου στην πνευματική πρόοδο |
    • δίψα για ~ |
    • ~ πιο ψηλά στη σκέψη |
    • ~ στο ηθικό στάδιο |
    • ~ προς τα άνω or η αδιάκοπη ~ προς τα πάνω |
    • ~ του πιστού προς το Θεό |
    • η δύσκολη ~ προς την ιδέα |
    • θεία ~ της ψυχής |
    • ~ ηθική ατόμων ή εθνών |
    • διαλεκτική ~ |
    • ο χριστιανισμός έδωκε απόλυτη σημασία στην ~ από την χρονικότητα στην αιωνιότητα (Theodorakop) |
    • κατακόρυφη ~ της κοσμικής αρχής (του élan vital κατά H. Bergson) από τις ατελέστερες προς τις τελειότερες μορφές της ζωής (Papanoutsos) |
    • αναβάσεις της καρδίας του θεόπνευστου ανθρώπου προς τα αιθέρια τοπία (Papatsonis)

[fr MG ← ByzG, PatrG ἀνάβασις ← K, AG]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες