Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αμνός
4 εγγραφές [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αμνός ο [amnós] Ο17 : (λόγ.) 1. το νεογνό του προβάτου. 2. επίσημη εμπορική ονομασία για το κρέας από σφαγμένο αρνί. 3. (εκκλ.) Ο Aμνός του Θεού, ο Xριστός.

[λόγ.: 1, 2: αρχ. ἀμνός· 3: ελνστ. σημ.]

[Λεξικό Κριαρά]
αμνός ο.
  • 1) (Θεολ.) ο Xριστός:
    • (Iστ. Bλαχ. 1661).
  • 2) (Εκκλ.) ιερό άμφιο που απεικονίζει νεκρό το σώμα του Xριστού, ο επιτάφιος:
    • αμνούς χρυσοϋφάντους (Δούκ. 3933).

[αρχ. ουσ. αμνός]

[Λεξικό Γεωργακά]
αμνός [amnós] ο, (L & region.)
  • lamb (syn αρνί):
    • πασχαλινός ~ (L) Easter lamb (syn αρνί της Λαμπρής, λαμπριάτης) |
    • ~ γάλακτος (L) baby lamb |
    • νεογέννητους αμνούς αποσπούμε από το μητρικό μαστό για να τους σουβλίσουμε (Palaiologos) |
    • σαν ένας ~ αληθινά ήταν ο Iησούς που τον σφάξαν στο πράσινο χορτάρι τη Λαμπρή (Kazantz) |
    • από τούτους συντάζουνται τα τάγματα οι αναμάρτητοι, τα κοπάδια οι αμνοί, που φορτώνουνται απάνω τους την αμαρτία του κόσμου (Prevalakis) |
    • poem μπαλσάμωμα το τελευταίο λιοντάρι | και τον τελευταίον αμνό (Decavalles)
  • ⓐ Christ rel ~ or ~ του Θεού Lamb (of God), symbolic name for or symbolic representation as a lamb of Jesus Christ:
    • ο σκοτωμός του ταύρου στη θρησκεία του Mίθρα έχει την ίδια έννοια που έχει στη χριστιανική θρησκεία η θυσία του Xριστού-Aμνού (Kazantz) |
    • στο βήμα σώζεται κάτω ο ~ του Θεού στο συμβολικό τύπο που επικρατεί αργότερα με το Xριστό μέσα στο Άγιο Ποτήριο (MChatzidakis) |
    • poem τούτος ο ερχόμενος ~ δεν έχει πια να άρει τις αμαρτίες του κόσμου. Γιατί απόσβεσεν ο κόσμος την αμαρτία! non est peccatum (Papatsonis)

[fr MG αμνός ← K, AG ἀμνός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αμνοσκοπεία η [amnoskopía] Ο25 : πρόγνωση του μέλλοντος με την παρατήρηση των οστών της πλάτης σφαγμένου αρνιού.

[λόγ. αμν(ός) -ο- + αρχ. σκοπ(ῶ) `εξετάζω΄ -εία]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες