Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αλτικ%
1 εγγραφή
[Λεξικό Γεωργακά]
αλτικός, -ή, -ό [altikós] (L) gym
  • of or having to do w. jumping:
    • αλτικά παιγνίδια jumping games |
    • θα συμπεριλάβουμε και παιγνίδια αλτικά, που βελτιώνουν τα αλματικά μας προσόντα και το θάρρος (TSakellariou)

[fr AG, K ἁλτικός]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες