Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αλήτης
3 εγγραφές [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αλήτης ο [alítis] Ο10 θηλ. αλήτισσα [alítisa] Ο27 : 1.περιθωριακό άτομο συνήθ. χωρίς εργασία και μόνιμη κατοικία, που περιφέρεται στους δρόμους ή σε ύποπτους χώρους, για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για τη συντήρησή του: Kακόφημες συνοικίες όπου συχνάζουν αλήτες και κακοποιοί. Γυρίζει στους δρόμους σαν ~. Είναι ντυμένη σαν αλήτισσα. || (επέκτ.) για άτομο, συνήθ. για νέο, που αρνείται να εργαστεί και που ζει μια ζωή άσκοπη και άστατη: Bρε αλήτη, δεν ντρέπεσαι να σε τρέφουν ακόμα οι γονείς σου; 2. για άτομο με κακή διαγωγή και απρεπή συμπεριφορά, ανεξάρτητα από την οικονομική ή κοινωνική του κατάσταση: Mην τον εμπιστεύεσαι αυτόν τον αλήτη. Bρίζει σαν ~ / σαν το χειρότερο αλήτη, χυδαία. αλητάκι το & αλητάκος ο YΠΟKΟΡ 1. παιδί, συνήθ. κακοντυμένο, που τριγυρίζει στους δρόμους και κάνει μικροαδικήματα: Πέρασαν κάποια αλητάκια και τρύπησαν τα λάστιχα του αυτοκινήτου. 2. (συναισθ.) για μικρό παιδί που είναι ζωηρό και άτακτο: Bρε αλητάκο, γιατί γυρίζεις ξυπόλυτος; αληταράς ο MΕΓΕΘ (οικ.) για κπ. που έχει σε πολύ μεγάλο βαθμό τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά του αλήτη.

[λόγ. < αρχ. ἀλήτης `που περιπλανιέται΄ (συνήθ. για ζητιάνους) & σημδ. αγγλ. vagabond· αλήτ(ης) -ισσα· αλήτ(ης) -άκος· αλήτ(ης) -αράς]

[Λεξικό Γεωργακά]
αλήτης1 [alítis] ο,
  • ① vagrant, vagabond, tramp, loafer, cad, low fellow, floater, hobo (syn αλάνης, αλανιάρης, βαγαπόντης):
    • γυρίζει ~ |
    • έπιασε παρέα με αλήτες είναι από φυσικού του σαν ~ |
    • αυτό είναι συμπεριφορά αλήτη |
    • παιδιά αλητών και αλκοολικών |
    • ζητούσε να ζήση σαν ~ |
    • ποιος τον έμπασε στο σπίτι τον αλήτη; |
    • αλήτες riffraff, trash (syn αλητεία 2) |
    • στο δρόμο απόμειναν οι μεθυσμένοι αλήτες |
    • ρίχνουν στους δρόμους κάθε αλήτη, για να δημιουργούν επεισόδια |
    • ο Παπαδιαμάντης έζησε περιφρονημένος και δοξασμένος, ... όσιος και ~ (Palam) |
    • το ύφος του είναι σαν κανένας ~ που φόρεσε φράκο (Theotokas) |
    • μόνιμη κατοικία δεν υπάρχει για τους αλήτες του Bορρά (Athanasiadis-N) |
    • στην Iσπανία ο Mεντόζα ... εξιστορεί τη ζωή και τα κατορθώματα των αλητών της εποχής του (Evelpidis) |
    • rembetiko song σαν ~ τριγυρνάω, | πίνω, για να σε ξεχνάω (IPetrop) |
    • αλήτη μ' είπες μια βραδιά, χωρίς καμιάν αιτία (ib) |
    • poem χωριές του τοκογλύφου, άστρα του αλήτη (Palam) |
    • ... κ' οι σπουργίτες, σπουδαχτικά γυρεύουν άσυλο | όπου βρεθούνε σαν αλήτες (Skipis)
  • ⓐ jobless person, idle man
  • ② bum, roughneck, no-good (near-syn κουτσαβάκης, μάγκας)
  • ③ lawless and disorderly person, hoodlum, hooligan (near-syn κακοποιός L, μόρτης)

[fr AG αλήτης]

[Λεξικό Γεωργακά]
αλήτης2, -ισσα [alítis] adj (L)
  • roaming, roving (syn αλητικός, αλήτικος, περιπλανώμενος, αλητεύοντας [prp of αλητεύω 2]):
    • εγώ ο ~ ποιητής (Kazantz transl) |
    • θυμήθηκα την Aλκιβιάδα του μεγάλου αλήτη ποιητή Bιγιόν (Kazantz) |
    • ο στοχασμός ο ~ αναδεύεται στο θολωμένο μας νου κ' η φαντασία φτεροχτυπιέται (Panagiotop) |
    • poem κάποιο βιολί γλυκαίνει με | και παίζει μου ένα ντέφι | ξέφρενα, σάμπως να 'σερνα | κάποιον χορόν αλήτη (Velmyras) |
    • όλα τα δώρα του ισχυρού, | τ' ασήκωτα έριξα εδωνά τα μυριοφυλαγμένα | στ' απανωτά στρωσίματα του αλήτη μου καιρού (Proestop) |
    • (η γλώσσα των Ναπολιτάνων) ένα μίγμα αλλόκοτο, πολύ παραστατικό, πολύ ζωντανό, λες και πλάθεται την πάσα στιγμή μες στο στόμα του, μια αλήτισσα γλώσσα (Panagiotop) |
    • poem Σελήνη αλήτισσα κι ωραία, | στον πόνο ας γίνουμε παρέα (AiDafni) |
    • ... Άλλος πέρα | θεόπνευστος τεχνίτης σας ο αλήτης | που ωδεί, εγώ και αλήτισσα η φλογέρα (Mavreas) |
    • η αιματωμένη εκείνη | η αλήτισσα φωνή (Sarantis)

[fr AG αλήτης used as adj 'vagrant, roving', also in PatrG 'wandering, erring']

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες