Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ακρόαση
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ακρόαση η [akróasi] Ο33 : η ενέργεια του ακροάζομαι ή του ακούω. α. η υποδοχή ενός προσώπου με κάποια αιτήματα από κπ. που κατέχει μια (υψηλή) θέση, ύστερα από αίτηση και σε προκαθορισμένο χρόνο: Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δέχτηκε σε ~ τους εκπροσώπους των μηχανικών. Zητώ ~ από ένα πρόσωπο που έχει μια υψηλή θέση. ΦΡ ούτε φωνή ούτε ~, γι΄ αυτόν που δε δίνει καμιά σημασία, απάντηση σε ένα αίτημα, παράκληση κτλ., ή γι΄ αυτόν από τον οποίο δεν έχουμε καμιά είδηση, πληροφορία. β. (ιατρ.) διαγνωστική μέθοδος που στηρίζεται στη μελέτη των φυσιολογι κών και παθολογικών ήχων που παράγονται στη θωρακική κοιλότητα, στην κοιλιά ή σε άλλα σημεία του σώματος.

[λόγ. < αρχ. ἀκρόα(σις) `προσεκτικό άκουσμα, διάλεξη΄ -ση, σημδ.: α: γαλλ. audience· β: γαλλ. auscu lation]

[Λεξικό Γεωργακά]
ακρόαση [akróasi] η, gen ακρόασης & L ακροάσεως, pl ακροάσεις, gen ακροάσεων
  • ① attentive following by ear, listening:
    • ~ και ανάγνωση |
    • μουσική ~ |
    • χρειάζονται και έργα ... νοητά στην ανάγνωση ή την ~ (Dimaras) |
    • ο (σύλλογος) Παρνασσός, νεανικός τότε, δίνει πρόθυμη ~ σε διάφορα κείμενά του (sc του Λασκαράτου) (id.) |
    • βυθισμένοι στην ανάγνωση, στη θέα ή στην ~ (Papanoutsos)
  • ⓐ thing listened to, recitation, lecture:
    • οδηγήθηκε από φίλους του ν' ακούση τους τότε φημισμένους φιλοσόφους της Aλεξανδρείας. Aπό τις ακροάσεις όμως αυτές απογοητεύθηκε πολύ (Theodorakop)
  • ② heed, attention:
    • phr δίνω ~ pay attention, heed |
    • του τα είπα, αλλά δε μου 'δωκε ~ he didn't pay any attention |
    • (μίλησε αλλά) δεν τόδωσε κανένας ακρόασιν (Makryg) |
    • άρχισαν ... να μη δίνουν ~ στα παρακάλια του παιδιού (Panagiotop) |
    • | phr ούτε φωνή ούτε ~ no attention was paid to s.o. 's words, requests, or complaints, one hasn't heard from s.o. at all, no reply whatsoever was given, not a sign (fr OT ουκ ην φωνή και ουκ ην ακρόασις) |
    • ο άντρας της την είχε απαρατήσει κ' έμενε χρόνια τώρα στη Bλαχιά κι ούτε φωνή ούτε ~ (Xenop) |
    • από τότε ουδέ γραφή είχε στείλει ουδέ ~ (Bastias)
  • ③ wireless listening in, monitoring (syn παρακολούθηση):
    • σταθμός ακροάσεως (L) listening station |
    • ~ ασυρμάτου watch
  • ④ law hearing:
    • ~ των μαρτύρων hearing, examination of the witnesses
  • ⑤ med examination by ear or w. a stethoscope, listening to the sounds within the body, auscultation, sounding:
    • επίκρουση και ~ |
    • η ιατρική προχωρούσε με την επίκρουση και την ~ (Panagiotop)
  • ⑥ audition, voice trial (syn ακουστική δοκιμή):
    • μουσική ~ της τραγουδίστριας
  • ⑦ hearing, audience, levee (syn συνέντευξη [μ' επίσημο πρόσωπο]):
    • δίνω or παραχωρώ ~ give a hearing |
    • ζητώ ~ request an audience |
    • ημέρα ακροάσεων |
    • ο πρόεδρος δέχεται σε ~ the president holds a levee |
    • εζήτησα ~ από το διοικητή, τον υπουργό |
    • ο πρόεδρος της δημοκρατίας θα δεχτή το βουλευτή σε ~ |
    • επήγα κατευθείαν στο πρωθυπουργικό γραφείο και ζήτησα ~ για ζήτημα επείγον (Melas) |
    • η βασίλισσα κάλεσε τον Tζων Nοξ σε ~ (Kanellop) |
    • ο δόγης και τα μέλη του ανωτάτου συμβουλίου της Serenissima παραχωρούσαν ακροάσεις στους ξένους πρέσβεις (id.) |
    • του είχε γυρέψει ~ για να ρωτήση τι γίνεται ο άντρας της (Roufos) |
    • με ζάλιζαν και μ' εξαντλούσαν οι ατέλειωτες ακροάσεις (Travlantonis)

[fr K, PatrG ἀκρόασις ← AG]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες