Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αθέρας
5 εγγραφές [1 - 5]
[Λεξικό Κριαρά]
αθέρας ο· αθέρα η.
  • 1) Το άγανο του σταχιού:
    • του δε σίτου ούσαι χαμναί αι αθέραι (Φυσιολ. (Zur.) XX 3b7).
  • 2) Tο εκλεκτότερο (από μια ομάδα), ο «αφρός»:
    • όλους αρματωμένους σιδερέινους, όλους αθέρα, διαλεκτούς (Διήγ. Aλ. V 60).

[<αρχ. ουσ. αθήρ. Το θηλ. στο Du Cange και σήμ. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αθέρας 1 ο [aθéras] Ο2 : 1.η ακμή κοφτερών οργάνων: Ο ~ του ξυραφιού / του μαχαιριού. 2. (μτφ.) το πιο εκλεκτό και λεπτό μέρος οποιουδήποτε πράγματος ή συνόλου· ανθός, αφρός, αφρόκρεμα: Διάλεξε τον αθέρα των κερασιών. Ο ~ της ομορφιάς.

[1: αρχ. ἀθήρ, αιτ. -έρα· 2: ελνστ. σημ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αθέρας 2 ο : (λογοτ.) τα ανώτατα στρώματα της ατμόσφαιρας, αιθέρας 1.

[λόγ. < αιθέρας 1 παρετυμ. αθέρας 1]

[Λεξικό Γεωργακά]
αθέρας1 [aθéras] ο, (& αθέρα η)
  • ① beard of grain, awn (syn άγανο, γένι του σταχυού, μουστάκι)
  • ⓐ dust fr the ear of grain (syn άχνη):
    • κοσκίνισε το στάρι να φύγη ο ~ |
    • poem ο άκρος ~ σας σαλεύει | σα να 'ναι αγιάζι και φυσά, | ήμερο ... (Agras)
  • ② cutting edge of tools (such as knife, razor, chisel, scalpel etc) (syn κόψη):
    • ο ~ του μαχαιριού (του ξυραφιού) είναι χαλασμένος, εστόμωσε |
    • poem στάχυα χρυσά, και το δρεπάνι |
    • σάς ρίχνει κάτω σαν ~ (Malakasis) |
    • ορθόστηθη κι ορθόφτερη η Σφίγγα ακαρτεράει | με τροχισμένο των νυχιών, σα σπάθα, τον αθέρα (Sikel)
  • ⓑ roughness of a whetted but unstropped razor:
    • ο τροχός αφήνει αθέρα με το τρόχισμα
  • ③ finest and choicest part of a thing or of fruit, best part, pick (syn ανθός, αφρός, ελεμές D, πεμπτουσία, ant σκάρτο):
    • πήρα λάδι αθέρα |
    • πουλάει αλεύρι αθέρα |
    • αγόρασα τον αθέρα των κερασιών I bought the pick of the cherries |
    • gnom όποιος διαλέγει τον αθέρα | παίρνει την κακή του μέρα the choosy person fails in his affairs in life |
    • λείπει από την έκφραση το ύψιστο φυσικό γέννημα, ο ~, η κορυφή και στη θέση της βρίσκεται ... η υπερβολή (Melas) |
    • poem χερουβικής χαράς χρυσός ~ | σ' εφλόγισε πατώντας της Hπείρου | το χώμα ... (Mavilis)| αγάπη μου, με τράβηξε δω πέρα | το μύρο του κορμιού σου και το μύρο | της άσπρης σου ψυχής που στον αθέρα | του θρηνοτραγουδιού σου χύνεις γύρω (Karyotakis)
  • ⓒ region. the finest flour
  • ④ of humans, the very best, elite, cream, flower (syn άνθος, ανθός, αφρόκρεμα, αφρός, κρέμα):
    • η κόρη σου είναι ο ~ των κοριτσιών |
    • ένα παλληκάρι, ο ~ του χωριού, του στρατού κλ |
    • ο ~ της κοινωνίας the cream of society |
    • ξενιτεύτηκε ο ~ της νεολαίας |
    • παρθένες πεντάμορφες και άγγιχτες ... ο αφρός και ο ~ της ομορφιάς και της παρθενιάς (Boem) |
    • folks. κούνια, κούνα τον αθέρα, | την καλή μου θυγατέρα (DPetrop)

[fr MG αθέρας 'the very best, cream' & αθέρα ← AG ἀθήρ]

[Λεξικό Γεωργακά]
αθέρας2 s. αιθέρας.
< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες