Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αδερφός
7 εγγραφές [1 - 7]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αδερφός ο [aδerfós] Ο17 πληθ. και αδέρφια* θηλ. αδερφή [aδerfí] Ο29 λαϊκότρ. πληθ. και αδερφάδες : 1α.αδελφός: Ο Γιάννης είναι ο ~ του Kώστα. H Ελένη είναι αδερφή με τη Mαρία. Tα πρώτα ξαδέρφια είναι δύο αδερφών παιδιά. Οι αδερφάδες της μάνας μου. β. αδελφός. || (σε επιφ. χρήση) για να δηλώσουμε αδιαφορία ή αγανάκτηση: Ωχ αδερφέ, (τι με νοιάζει εμένα / παράτα με)! Tι θες, βρε αδερφέ, να κάνω; 2. (λαϊκ., θηλ.) ομοφυλόφιλος: Aυτός είναι αδερφή. αδερφούλης ο θηλ. αδερφούλα YΠΟKΟΡ στη σημ. 1α. αδερφάρα η MΕΓΕΘ στη σημ. 2.

[ελνστ. ἀδερφός < αρχ. ἀδελφός με τροπή [l > r] πριν από σύμφ.· μσν. αδερφή < αδερφ(ός) -ή· αδερφ(ός) -ούλης· αδερφούλ(ης) -α· αδερφ(ή)2 -άρα]

[Λεξικό Κριαρά]
αδερφός ο,
βλ. αδελφός.
[Λεξικό Γεωργακά]
αδερφός [a∂erfós] ο, (& αδελφός)
  • ① brother:
    • έχω δυο αδερφούς και μια αδερφή |
    • δίδυμοι αδελφοί twin brothers |
    • Σιαμαίοι αδελφοί Siamese twins |
    • (L) ετεροθαλείς αδερφοί half brothers |
    • ο μικρός ~ μου είναι δάσκαλος my kid brother is a teacher |
    • από καλοσύνη τους ήταν μετ' εμένα όλοι ως αδελφοί (Makryg) |
    • σας κρένω 'λικρινώς κι ως αδελφός σας (id.) |
    • αχ! το φως μου, | την ίδιαν ώρα εσβήστηκε ο αδελφός μου (Mavilis)
  • ② intimate, close friend (syn in αδελφικός φίλος):
    • τον έχω αδερφό |
    • voc αδερφέ (my) dear! |
    • βρε αδερφέ, τ' είν' αυτά που λες; |
    • αχ! αδερφέ, με σκότισες! δε μ' αφίνεις ήσυχο! |
    • καλά, αδερφέ! το πήρες στα σοβαρά κ' εσύ; (Nirvanas)
  • ③ fellow
  • ⓐ compatriot, fellow national (syn ομοεθνής, ομόφυλος, συμπατριώτης):
    • (ήταν) να χτυπηθούν αναμεταξύ τους..., μόλις θα λυτρωνότανε η Eλλάδα από τον ξένο δυνάστη. Ήταν εχθροί αδελφοί και κατεχόντανε... από το ίδιο όραμα |
    • μιαν Eλλάδα... ιδανική (Theotokas) |
    • poem ο μυστικός αντίλαλος από ψηλά θα φτάνη | και στους θλιμμένους αδελφούς,...| θα δίνη ουράνιο θάρρος (Markoras)
  • ⓑ fellow man, fellow artist etc:
    • το θέλει κι αυτό ο λυρισμός· ένας τρόπος να υψώνης το ίδιο σου το εγώ με τον έπαινο του αδελφού σου (Palam) |
    • πίσω από τ' ανεμόσαρκα χωρατά τους υπάρχει κάποιος άνθρωπος ~ με τους άλλους ανθρώπους (Panagiotop) |
    • poem χαίρε, αδερφέ! του κόσμου αυτού διαβάτη (Palam) |
    • σου λείπει το πόδι, αδελφέ μου; ακούμπα επάνω μου (Ritsos) |
    • ανοίξετε, αδελφοί, μια βρύση ανοίξετε (Elytis) |
    • κ' είδαμε τους λύκους και τους άρπαγες· | δώστε τα χέρια να τους διώξουμε, αδερφοί (Pyliotis)
  • ⓒ one that is closely related w. s.o. or sth:
    • poem χειμωνανθέ, χλωμέ αδερφέ του πόνου, κ' η καρδιά μου | δεμέν' είναι μαζί σου (Malakasis) |
    • τ' ασίγαστα χέρια της...| προσπαθούσαν να πιάσουν | τον αδελφό του νερού (Vrettakos) |
    • θα σου στείλουμε κάποτες | ένα κλαδί από ελιά της Oλυμπίας, αδερφέ μας (i.e., Δούναβη) (ChKoulouris)
  • ④ region. twin branch grown together w. another fr the same part of a tree trunk, offshoot (syn L παραφυάδα)

[fr MG αδερφός, αδελφός ← K, AG ἀδελφός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αδερφοσκοτωμός ο [aδerfoskotomós] Ο17 : 1.φόνος μεταξύ αδερφών. 2. (μτφ.) εμφύλιος πόλεμος.

[αδερφο- + σκοτωμός]

[Λεξικό Γεωργακά]
αδερφοσκοτωμός [a∂erfoskotomós] ο, (& αδελφοσκοτωμός)
  • ① fratricide (syn αδελφοκτονία 1)
  • ⓐ angry conflict or hand-to-hand fight between brothers (syn συμπλοκή μεταξύ αδελφών)
  • ② violent quarrel or armed fray among relatives
  • ③ civil war among fellow nationals or co-religionists (syn αδελφοκτονία 2):
    • έγινε ~ ανάμεσα στους Φράγκους

[cpd w. σκοτωμός]

[Λεξικό Κριαρά]
αδερφοσύνη η,
βλ. αδελφοσύνη.
[Λεξικό Γεωργακά]
αδερφοσύνη s. αδελφοσύνη.
< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες