Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αγνωμοσύνη
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αγνωμοσύνη η [aγnomosíni] Ο30α : αχαριστία προς ευεργέτη ή ευεργεσία. ANT ευγνωμοσύνη: H ~ προς τις ευεργεσίες του Θεού είναι μεγάλο αμάρτημα.

[λόγ. < αρχ. ἀγνωμοσύνη `έλλειψη εξοικείωσης, έλλειψη καλοσύνης΄ κατά τη σημ. του αγνώμονας]

[Λεξικό Γεωργακά]
αγνωμοσύνη [aγnomosíni] η,
  • ungratefulness, ingratitude (syn αχαριστία, ant ευγνωμοσύνη):
    • η ~ είναι μεγάλο ελάττωμα |
    • αιτία είναι τα πολλά αμαρτήματα..., η ~ τους προς τις ευεργεσίες (του Θεού) (Vacalop) |
    • η ~ της δημοκρατίας προς το Σωκράτη αναγκάζει τον Πλάτωνα να αποτραβηχτή από την πολιτική (Theodorakop) |
    • ίσως ήταν η αθέλητη αυτή ~ αναγκαία για να προχωρήσουν (Kanellop) |
    • περίμεναν τη νύχτα για να τιμωρήσουν την ασέβεια, την ~ των απογόνων, τη λησμονιά (Charis)

[fr K, AG ἀγνωμοσύνη]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες