Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αγγουρόνερο
1 εγγραφή
[Λεξικό Γεωργακά]
αγγουρόνερο [aŋgurónero] το,
  • cucumber juice (used as face lotion):
    • αλλάζουν διαρκώς κρέμες, αγγουρόνερα, ματζούνια (GLadas).
< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες