Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αγγέλιασμα
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αγγέλιασμα το [angéazma] Ο49 : (λογοτ.) 1. ψυχορράγημα. 2. μεγάλη εξάντληση.

[αγγελιασ- (αγγελιάζομαι) -μα]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες