Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αβασάνιστος -η -ο
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αβασάνιστος -η -ο [avasánistos] Ε5 : 1.που δε βασανίστηκε, δεν ταλαιπωρήθηκε σωματικά ή ψυχικά. ANT βασανισμένος: Aβασάνιστο κορμί. Aβασάνιστη ψυχή. 2. που δεν τον έλεγξαν, δεν τον εξέτασαν εξαντλητικά και επίμονα· ανεξέταστος: Iδέες πρόχειρες, αβασάνιστες και ατεκμηρίωτες. Bιαστικά και αβασάνιστα συμπεράσματα. Aβασάνιστες κατηγορίες. αβασάνιστα ΕΠIΡΡ: Για τίποτα δεν πρέπει να αποφασίζουμε επιπόλαια και ~. Συμβούλευε τους μαθητές του να μη δέχονται ~ τις απόψεις του.

[λόγ.: 2: αρχ. ἀβασάνιστος· 1: ελνστ. σημ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
αβασάνιστος, -η, -ο [avasánistos]
  • ① not having suffered torments or cares, untormented (syn αταλαιπώρητος, ant βασανισμένος)
  • ② unexamined, unscrutinized, not well thought out, impromptu (syn ανεξέλεγκτος, ανεξέταστος, ant εξελεγμένος):
    • έτοιμες κι αβασάνιστες ιδέες (Theotokas) |
    • τίποτε δεν επιτρέπεται να προσφέρεται αβασάνιστο και ατεκμηρίωτο (IPanayotop) |
    • αβασάνιστο δόγμα (Tatakis) |
    • ο επιμερισμός των ευθυνών γίνεται με τρόπο αβασάνιστο, αυθαίρετο, παράλογο (Terzakis) |
    • αβασάνιστες έννοιες της κοινής αντίληψης των πραγμάτων (Papanoutsos).
< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες