Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αβάφτιστος
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Κριαρά]
αβάφτιστος, επίθ.,
βλ. αβάπτιστος.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αβάφτιστος -η -ο [aváftistos] & αβάπτιστος -η -ο [aváptistos] Ε5 : α.που δε βαφτίστηκε: Δύο μηνών μωρό αβάφτιστο. β. (υβρ., συνήθ. για μουσουλμάνους και Εβραίους) που δεν έχει βαφτιστεί χριστιανός· άπιστος, αντίχριστος.

[ελνστ. ἀβάπτιστος, αρχ. σημ.: `που δε βυθίζεται στο νερό΄ με ανομ. τρόπου άρθρ. [pt > ft] · λόγ. επίδρ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
αβάφτιστος, -η, -ο [aváftistos] (& region. αβάφτιγος)
  • ① unbaptized, unchristened (ant βαφτισμένος):
    • αβάφτιστο παιδί |
    • είναι ακόμη αβάφτιστο το κακόμοιρο (DKokkinos)
  • ② non-Christian, infidel (esp of Jews and Muslims) (cf αλάδωτος, αμύρωτος):
    • η αγία... στράβωσε τρεις αβάφτιστους που χώσανε τη μούρη τους μέσα στην εκκλησιά την ώρα που βγάζανε τα άγια (Prevelakis) the saint... blinded three unbelievers who peeked into the church at the moment of the presentation of the Sacrament |
    • κάποιες αβάφτιστες νεράιδες, στοιχειά, πειρασμοί (Palamas)
  • ③ unjudicious, cruel, wicked

[fr late K ἀβάπτιστος 'not submerged; unbaptized']

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go