Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αβάνς
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αβάνς το [aváns] Ο (άκλ.) : η προανάφλεξη σε μηχανές εσωτερικής καύσεως.

[λόγ. < γαλλ. avance]

[Λεξικό Γεωργακά]
αβάνς [aváns] το, intern. comb. eng.
  • advance ignition, spark advance, advance (syn L προανάφλεξη)

[fr Fr avance (a l' allumage) 'idem']

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go