Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ένα
110 εγγραφές [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εναγκαλίζομαι [enaŋgalízome] Ρ2.1β : (λόγ.) α. αγκαλιάζω κπ. ή κτ. || (μόνο πληθ.) για πρόσωπα που αγκαλιάζονται. β. (μτφ.) β1. περιβάλλω κπ. ή κτ. με στοργή. β2. ενστερνίζομαι.

[λόγ. < ελνστ. ἐναγκαλίζομαι]

[Λεξικό Κριαρά]
εναγκαλίζομαι.
– Βλ. και αναγκαλίζομαι.
  • Αγκαλιάζω:
    • καν μάθεις ότι καθαράν εφύλαξεν αγάπην, τότε ενηγκαλίσου τον (Σπαν. B 91).

[μτγν. εναγκαλίζομαι. Η λ. και σήμ. λόγ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εναγκαλισμός ο [enaŋgalizmós] Ο17 : (λόγ.) α. αγκάλιασμα, περίπτυξη. β. (μτφ., συνήθ. πληθ.) στενές σχέσεις συνεργασίας: Οι εναγκαλισμοί του με το καθεστώς των τυράννων.

[λόγ. εναγκαλισ- (εναγκαλίζομαι) -μός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εναγόμενος ο [enaγómenos] Ο19 θηλ. εναγόμενη [enaγómeni] Ο32 & (λόγ.) εναγομένη [enaγoméni] Ο30 γεν. πληθ. εναγομένων : (νομ.) ο ένας από τους δύο διαδίκους, αυτός εναντίον του οποίου στρέφεται η αγωγή την οποία έκανε ο άλλος (ο ενάγων)· (πρβ. κατηγορούμενος, εγκαλούμενος).

[λόγ. < ελνστ. ὁ ἐναγόμενος μπε. του αρχ. ρ. ἐνάγω· λόγ. θηλ. εναγό(μενος) -μένη & μετακ. τόνου για προσαρμ. στη δημοτ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ενάγω [enáγo] -ομαι Ρ (παθ. μόνο στο ενεστ. θ.) πρτ. ενήγα, αόρ. ενήγαγα, απαρέμφ. εναγάγει : (λόγ., νομ.) εγκαλώ κπ. σε δίκη με αγωγή· κάνω αγωγή σε κπ.: ~ κπ. ποινικώς / πολιτικώς. || (μεε. ως ουσ.) ο ενάγων*. || (μπε. ως ουσ.) ο εναγόμενος*.

[λόγ. < αρχ. ἐνάγω]

[Λεξικό Κριαρά]
ενάγω.
  • Καταγγέλλω στο δικαστήριο, κάνω αγωγή·
    • α) η μτχ. ενάγων ως ουσ. = μηνυτής:
      • (Ελλην. νόμ. 5187
    • β) η μτχ. εναγόμενος ως ουσ. = κατηγορούμενος:
      • (Διάτ. Κυπρ. 50821).

[αρχ. ενάγω. Η λ. και σήμ. νομ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ενάγων ο [enáγon] θηλ. ενάγουσα [enáγusa] Ο (βλ. Ε12) : (νομ.) ο ένας από τους δύο διαδίκους, αυτός ο οποίος έχει κάνει την αγωγή εναντίον του άλλου (του εναγομένου) ζητώντας την επανόρθωση ζημίας που έπαθε· (πρβ. κατήγορος, εγκαλών): Πολιτικώς ~.

[λόγ. < ελνστ. ἐνάγων μεε. του αρχ. ρ. ἐνάγω· λόγ. ενάγ(ων) -ουσα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εναγώνιος -α -ο [enaγónios] Ε6 : (λόγ., για ενέργεια, έκφραση κτλ.) που γίνεται με μεγάλη ανησυχία και ένταση της ψυχής, με ψυχική αγωνία· αγωνιώδης: Εναγώνια προσπάθεια / προσδοκία / αναζήτηση. || Εναγώνιες επικλήσεις / κραυγές. Εναγώνιο ύφος / βλέμμα. εναγωνίως ΕΠIΡΡ με αγωνία, αγωνιωδώς: Aναμένω ~. Aναζητούσαν ~ λύση.

[λόγ. < αρχ. ἐναγώνιος· λόγ. < ελνστ. ἐναγωνίως]

[Λεξικό Κριαρά]
εναέριος, επίθ.
  • Ουράνιος:
    • εκέκραγε … εναερίους δαίμονας (Βίος Αλ. 64).

[μτγν. επίθ. εναέριος. Η λ. και σήμ. λόγ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εναέριος -α -ο [enaérios] Ε6 : α.που βρίσκεται, που αιωρείται στον αέρα: Εναέριο καλώδιο. Εναέρια σύρματα. ~ σιδηρόδρομος, που κινείται σε αιωρούμενο σύρμα. || (βοτ.) εναέριες ρίζες, που αναπτύσσονται πάνω από την επιφάνεια του εδάφους. β. που γίνεται, που έχει σχέση με τα αεροπλάνα ή με τις αεροπορικές συγκοινωνίες: Εναέρια συγκοινωνία. Περιοχή εναέριας κυκλοφορίας, τομέας του εναέριου χώρου όπου ασκείται έλεγχος της εναέριας κυκλοφορίας. Ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας.

[λόγ. < ελνστ. ἐναέριος]

< Προηγούμενο   [1] 2 3 4 5 ...11   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες