Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: έθνο
33 items total [1 - 10]
[Λεξικό Κριαρά]
έθνο το,
βλ. έθνος.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εθνο- [eθno] & εθνό- [eθnó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό & εθν- [eθn], όταν το β' συνθετικό αρχίζει από φωνήεν : α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις· δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό αναφέρεται στο έθνος, στο σύνολο των ανθρώπων ενός έθνους· ειδικότερα: 1. σε σύνθετα επίθετα: α. έχει θέση αντικειμένου, όταν το β' συνθετικό είναι ρηματικό παράγωγο: ~κτόνος, ~σωτήριος. β. έχει θέση ποιητικού αιτίου, όταν το β' συνθετικό είναι παθητικό ρήμα ή συνηθέστερα ρηματικό επίθετο σε -τος: ~πρόβλητος. 2. σε σύνθετα ουσιαστικά, δηλώνει ότι το β' συνθετικό αναφέρεται στο έθνος, αφορά το έθνος: εθνάρχης, ~μάρτυρας, εθνόσημο, ~συνέλευση, ~φυλακή. 3. (επιστ.) αποτελεί το αντικείμενο μιας επιστήμης ή ενός κλάδου της: ~γραφία, ~λογία.

[λόγ. < ελνστ. ἐθν(ο)- θ. του αρχ. ουσ. ἔθνο(ς) ως α' συνθ.: ελνστ. ἐθν-άρχης (δες λ.) & διεθ. ethno- < ελνστ. ἐθνο-: εθνο-γραφία < γαλλ. ethnographie & μτφρδ.: εθνο-συνέλευσις < γαλλ. assemblé nationale]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εθνογλωσσολογία η [eθnoγlosolojía] Ο25 : (γλωσσ.) κλάδος της γλωσσολογίας με αντικείμενο τη γλώσσα των λαών που δεν έχουν γραφή καθώς και τις σχέσεις ανάμεσα στη γλώσσα, στην κοινωνία και στον πολιτισμό των λαών αυτών.

[λόγ. εθνο- + γλωσσολογία μτφρδ. γαλλ. ethno linguistique (ethno- = εθνο-)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εθνογραφία η [eθnoγrafía] Ο25 : η (συγχρονική) περιγραφή και ανάλυση των σχέσεων που υπάρχουν ανάμεσα στα συστατικά στοιχεία του πολιτισμού μιας κοινότητας, ενός έθνους· ο περιγραφικός κλάδος της εθνολογίας.

[λόγ. < γαλλ. ethnographie < ethno- = εθνο- + -graphie = -γραφία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εθνογραφικός -ή -ό [eθnoγrafikós] Ε1 : που αναφέρεται στην εθνογραφία: Εθνογραφικές έρευνες. Εθνογραφική μέθοδος. ~ άτλαντας.

[λόγ. < γαλλ. ethnographique < ethnograph(ie) = εθνογραφ(ία) -ique = -ικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εθνογράφος ο [eθnoγráfos] Ο18 θηλ. εθνογράφος [eθnoγráfos] Ο35 : επιστήμονας ειδικός στην εθνογραφία.

[λόγ. < γαλλ. ethnographe < ethno (graphie) = εθνο(γραφία) -graphe = -γράφος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εθνοκαπηλεία η [eθnokapilía] Ο25α : η καπηλεία των εθνικών ιδεωδών, η εκμετάλλευσή τους για ίδιο όφελος.

[λόγ. εθνοκάπηλ(ος) -εία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εθνοκάπηλος ο [eθnokápilos] Ο20 θηλ. εθνοκάπηλος [eθnokápilos] Ο36 : ως χαρακτηρισμός προσώπου που καπηλεύεται τα εθνικά ιδεώδη, που τα εκμεταλλεύεται για ίδιο όφελος.

[λόγ. εθνο- + κάπηλος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εθνοκεντρικός -ή -ό [eθnokendrikós] Ε1 : που πηγάζει από τον εθνοκεντρισμό, που χαρακτηρίζεται από αυτόν: Εθνοκεντρική άποψη / αντίληψη / πολιτική. εθνοκεντρικά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. < αγγλ. ethnocentric < ethnocentr(ism) = εθνοκεντρ(ισμός) -ic = -ικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εθνοκεντρισμός ο [eθnokendrizmós] Ο17 : η άποψη και η τάση ενός ατόμου να κρίνει και να αποτιμά τους κανόνες και τις αξίες των άλλων κοινωνιών με βάση τους κανόνες και τις αξίες του δικού του έθνους, της δικής του κοινωνίας.

[λόγ. < αγγλ. ethnocentrism < ethno- = εθνο- + centr(e) = κέντρ(ον) -ism = -ισμός]

< Previous   [1] 2 3 4   Next >
Go to page:Go