Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: άντε
150 εγγραφές [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
άντε [áde] & άιντε [(ái)de] επιφ. : I.με επιφωνηματική ή ερωτηματική πρόταση, εκφράζει γενικά παρακίνηση ή αγανάκτηση ανάλογα με τα συμφραζόμενα και το χρωματισμό της φωνής· συντάσσεται συνήθ. με προστακτική, με να και υποτακτική ή με σε και έναρθρο ουσιαστικό· (πρβ. άμε, α 2). 1. με τη σημασία του πήγαινε, έλα: ~ πες τους να ΄ρθουν. ~ βιαστείτε· είναι ώρα να φεύγουμε. ~ στο καλό / στην ευχή του Θεού. ~ στη δουλειά σου και άσε τα λόγια. ~ χάσου, ~ από δω, φύγε, δίνε του. 2. με τη σημασία του εμπρός: ~ κουνήσου. ~ λοιπόν γιατί αργείτε; ~ τι γίνεται, θα φάμε τίποτε; ~ να πηγαίνουμε. || απορία για το τι θα γίνει: ~ να δούμε πώς θα ξεμπλέξουμε. ~ να δούμε τι θα γίνει. II. (συνήθ. απόλυτα) ως αντίδραση στα λεγόμενα κάποιου εκφράζει: α. έκπληξη ή δυσπιστία: Tα ΄μαθες, παντρεύτηκαν. -~!, σώπα, αλήθεια· σοβαρά; β. αποδοκιμασία ή ασυμφωνία: ~ καλέ, που πιστεύεις τέτοια πράγματα! || επιδοκιμασία ή συμφωνία: Πρέπει να αλλάξουμε τακτική. -~ ντε!, καλά τα λες, έχεις δίκιο. γ. με επανάληψη δηλώνει έντονη αντίθεση: Άιντε άιντε, πήραν τα μυαλά σου αέρα. ΦΡ δεν είμαστε ~ ~, όποιοι όποιοι. δ. συγκατάθεση· έστω: Xίλιες δραχμές; ~, για σένα οχτακόσιες. || για να δηλωθεί ανώτατο ποσοτικό, χρονικό κτλ. όριο: Θα ήταν σαράντα, ~ σαράντα πέντε χρονών.

[< άμετε (δες στο άμε) με συγκ. του άτ. [e] και αφομ. θέσης άρθρ. [mt > nt > nd] · συμφυρ. άι (δες α 2) & άντε ή < τουρκ. haydi < (;)]

[Λεξικό Γεωργακά]
άντε-άντε [áde áde] adv
  • very quicky, in a hurry (syn phr πολύ γρήγορα, εμπρός δρόμο) κάθεσαι λίγα λεπτά .., πίνεις τον χλιαρό καφέ, το κονιάκ και ~ ~ (Glezos)

[repeated άντε2]

[Λεξικό Γεωργακά]
άντε1 [áde] (άιντε & rare άντες) 2sg imperat pres, 2pl αντέστε (& αϊντέστε) & άντεστε,
  • go, come, come on (syn άμε, έλα, πήγαινε, pl αμέτε, ελάτε, πηγαίνετε, εμπρός):
    • ~ να πάμε στο χωριό |
    • αντέστε να φύγουμε |
    • ~ να πνιγείς go jump in the lake |
    • ~ να χαθείς |
    • ~ στο σπίτι |
    • ~ (or άιντε) στο καλό |
    • ~σε στο καλό! καλοτάξιδοι! |
    • ~ τουλάχιστο να σωθείς, παιδάκι μου, εσύ (Nakou) |
    • oι παπάδες τα γράμματα τα μασούσαν μέσα στα δόντια τους, "αντέστε", σας λέγανε για τον πεθαμένο, "θάψτε τον γρήγορα, ο κόσμος βιάζεται να ζήσει" (Tsirkas) |
    • ~ στο καλό σου χριστιανέ .. θα σου το σπάσουμε εμείς το καύκαλο! ~, ~! (Petsalis) |
    • poem ~ κάμετε γρήγορα, μας έπιασε φουρτούνα (Zotos) |
    • τι μπορεί να κρύψει η Nύχτα | μπροστά σ' ό,τι μπορεί .. ο Ήλιος; .. | ~ τώρα να δικαστείς με τον Ήλιο [the form άιντε fr AG ôγε δή w. ancient pronunciation of δη [dε] but not

[ε] or fr ἄι w. ντε. Others explain ἄιντε fr άγετε but no explanation for -d- or -nd- for -t- (ἄγετε) is offered, while the form ἄντε is ignored.]

[Λεξικό Γεωργακά]
άντε2 [áde] excl expressing doubt
  • surprise, impatience etc come on, indeed (syn εμπρός, αλήθεια; όχι δα!):
    • ~ καλέ! |
    • ~, κάμε γρήγορα |
    • "~, σήκω τώρα", του είπε (Koumantareas) |
    • ~, πάμε, παιδιά, ~ πηγαίνετε |
    • ~ βρε, τσακίσου |
    • folkt καλά, ~ σύρε τώρα αποκεί που 'ρθες (Megas) |
    • ~ τώρα, πετάξου να δεις αν πήρε βράση η καζάνα (Myriv) |
    • ~ γρήγορα, φευγάτισε τα παιδιά (Rotas, adapted) |
    • ~ ντε .. τι στέκεσαι; χτύπα ν' ανοίξουνε (Moatsou-V) |
    • ~ μωρέ, κι αν σας ξαναπαντήσω στη ζωή μου, θα σας κόψω (Vlami, adapted) |
    • folks. στο χορόν όπου χορεύει | ~ πιάσ' τ' από το χέρι [τ' = τη] (DPetrop) |
    • poem ~! καλό είναι να γελάς στου άγρυπνου εχθρού την προσβολή (Zotos) |
    • ~ λοιπόν, Hρακλή· τι κάνουμε; (Aristoph Orn 1573, FKakridis |
    • άγε δη, τι δρώμεν, Hράκλεις;)

[Cf άντε1]

[Λεξικό Γεωργακά]
αντέγγραφο [andéŋγrafo] το, (L) law, commerce etc
  • letter of indemnity; backletter, deed of defeasance (syn αντεπιστολή):
    • ~ φορτωτικής indemnity for bill of lading

[fr kath (neol Koumanoudis) αντέγγραφον, cpd of αντ(ι)- & kath έγγραφον, prob on the basis of Fr contre-lettre]

[Λεξικό Γεωργακά]
αντεγγύηση [andeŋɟíisi] η, (L) law
  • counter guarantee, counter security

[fr kath (neol) αντεγγύησις, cpd w. εγγύησις]

[Λεξικό Γεωργακά]
αντεγκαλώ [andeŋgaló] αντεγκαλείς, L) law
  • retort to an accusation, accuse in return, bring a countercharge, recriminate (syn αντικατηγορώ 2):
    • ο εγκαλούμενος αντεγκάλεσε τον κατήγορό του

[fr kath αντεγκαλώ ← AG, K 'bring a counterchange']

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αντέγκληση η [andéŋglisi] Ο33 (συνήθ. πληθ.) : λόγοι προκλητικοί: Οξύτατες αντεγκλήσεις. Δε λύνονται οι διαφορές με καβγάδες, αλληλοκατηγορίες και αντεγκλήσεις, αλλά με την ήρεμη και καλόπιστη συζήτηση.

[λόγ. αντ(ι)- + έγκλη(σις) -ση μτφρδ. γαλλ. récrimination (πρβ. ελνστ. ἀντέγκλημα ίδ. σημ.)]

[Λεξικό Γεωργακά]
αντέγκληση [andéŋglisi] η, (& kath αντέγκλησις) (L)
  • ① law countercharge, recrimination (syn αντικατηγορία 2)
  • ② pl αντεγκλήσεις οι, recriminations, disputes (syn αλληλοκατηγορίες, λογομαχία):
    • η συζήτηση κατέληξε σε αντεγκλήσεις the discussion ended in a dispute |
    • εγκατέλειψαν τις αντεγκλήσεις τους |
    • έξαλλες, θεολογικές, προσωπικές, κομματικές αντεγκλήσεις |
    • διαφωνίες και αντεγκλήσεις |
    • αντεγκλήσεις και φωνασκίες |
    • συζήτηση χωρίς αντεγκλήσεις |
    • ο σαρκασμός είναι το χαρακτηριστικό των αντεγκλήσεων (Dimaras) |
    • λατρεύομε με πάθος τη συζήτηση .. για την ευστροφία των ενστάσεων και των αντεγκλήσεων (Papanoutsos) |
    • οι άμεσες επεμβάσεις και αντιδράσεις, επιδοκιμασίες και αντεγκλήσεις κάνουν τη συζήτηση θερμή, ζωντανή, γόνιμη (id., adapted) |
    • ο Σεφέρης ήταν μακριά (σε δημόσια συμμετοχή εννοώ) από τις παντοειδείς λογοτεχνικές ζυμώσεις, συζητήσεις, αντεγκλήσεις (Anagnostakis) |
    • οι ιδεολογικές προστριβές και αντεγκλήσεις επιφανών ενωτικών και ανθενωτικών ήταν συνεχείς και ζωηρές (Vacalop)

[fr kath αντέγκλησις, der of αντεγκαλώ; cf LK ἀντέγκλημα (1st & 2nd c. AD)]

[Λεξικό Γεωργακά]
άντεγμα [ándeγma] το,
  • endurance:
    • σε δυο χρόνια μέσα ξανάφερε γύρω χωριό το χωριό .. Ένα πράμα αλλόκοτο ετούτο το ~ του γερο-Kοσμά (Petsalis)

[der of αντέχω]

< Προηγούμενο   [1] 2 3 4 5 ...15   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες