Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: άμωρος
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Κριαρά]
άμωρος, επίθ.,
βλ. μωρός.
[Λεξικό Γεωργακά]
άμωρος s. άμορος.
< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες