Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: άδειασμα
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
άδειασμα το [áδjazma] Ο49 : η ενέργεια του αδειάζω. I1. αφαίρεση του περιεχομένου από ένα σκεύος ή από ένα χώρο: Tο ~ της μπουκάλας από το λάδι / του σπιτιού από τα έπιπλα. || κατανάλωση όλου του περιεχόμενου. (έκφρ.) το ~ της τσέπης, το ξόδεμα όλων των χρημάτων που έχει κάποιος. 2. απομάκρυνση όλων των ανθρώπων που βρίσκονται σε ένα χώρο, μόνιμα ή περιστασιακά: Tο ~ των χωριών, εξαιτίας της μετανάστευσης των κατοίκων. 3. (μτφ.) η δημιουργία συναισθηματικού ή πνευματικού κενού: Tο ~ της καρδιάς / του μυαλού. II. (λαϊκ.) το να αφήνει κανείς κπ. έκθετο, χωρίς να τον δικαιολογεί σε όσα έχει πει ή έχει κάνει.

[αδειασ- (αδειάζω) 1 -μα]

[Λεξικό Γεωργακά]
αδειασμα [á∂jazma] το,,
  • emptying, evacuation, unloading, draining:
    • ~ της στάμνας, του βαρελιού |
    • ~ της πόλεως evacuation of the city dwellers |
    • το ~ των κάρων the unloading of the carts |
    • το ~ του τόπου μας από τα νιάτα του... συστηματοποιείται (Psathas) |
    • ένα προσωρινό ~ της ψυχής από τα πληθωρικά συναισθήματα (Papanoutsos) |
    • η κάθαρση (Wegschaffen) δεν είναι ακόμη ~, επομένως πολύ λιγότερο ακόμη ξεκαθάρισμα (id.) |
    • αισθανόμουν μια ξαλάφρωση, το ~ της ψυχής μου με είχε ωφελήσει (Theotokas) |
    • το θόλωμα του νου διαδέχεται το ~ της καρδιάς και της συνείδησης η αμείλικτη κρίση (Panagiotop)

[der of αδειάζω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες