Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: άβαθνο
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Γεωργακά]
άβαθνο [ávaθno] το, dial (Epirus) & lit
  • infinity:
    • poem βλέπει | βυθίζοντας το βλέμμα του μες στ' ~ (MFilintas)
  • ① usu pl άβαθνα τα, great depths:
    • ένας ανεμορούφουλας... άρπαξε το καράβι καθώς σαρίδι και το κατάπιε στ' άβαθνα a whirlwind... swept away the boat like a bit of sweepings and swallowed it in the depths (Prevelakis) |
    • poem και είναι φωνές που βγαίνουν |...| σαν από τ' άβαθνα πνιμών και βουλιασμένων κόσμων (Palam) |
    • χάνονται [τα ποτάμια] στης θάλασσας της Άσπρης τ' άβαθνα (id.) |
    • τη χρυσαχτίνα της πώς νείρονται απ' τα βάθη | της φυλακής τους τ' άβαθνα (GDouras)

[n pl of άβαθνος]

[Λεξικό Γεωργακά]
άβαθνος, -η, -ο [ávaθnos] (Epirus & lit)
  • of great or unmeasurable depth, very deep, bottomless, fathomless:
    • dial του θαλασσινού θεού του 'λαχε μια τρισμέγαλη χώρα πάνου στ' άβαθνα ετούτα νερά a thrice-great land fell to the sea god over these very deep waters (EVlami) |
    • poem (το κοπάδι) και κύλησε όλο στο γκρεμό, | καταμεσής σωριάστηκε | μέσ' το άβαθνο λαγκάδι (Sikel) |
    • κι α σε κατάγκρεμο χορό τραβούν χειροπιασμένες, | ~, μέγας κι ο βυθός, αφεύγατος κι ο χάρος (GDouras)

[The adj is a new form. *βαθινός (cf syn βαθερός and βαθικός) 'deep', whence no. dial *βαθνός, accented ἄβαθνος anal. after ἄβαθος, ἄπατος, so τ' ἄβαθνα ← τα βαθνά]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go