Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: Σκυλοπνίχτης
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σκυλοπνίχτης ο [skilopníxtis] Ο10 : (οικ.) χαρακτηρισμός πολύ παλιού και επομένως πολύ επικίνδυνου καραβιού.

[σκυλο- + πνικ- (πνίγω) -της με ανομ. τρόπου άρθρ. [kt > xt] ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες