Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: Λ
2.146 εγγραφές [181 - 190]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λαθρέμπορος ο [laθrémboros] Ο20 & (προφ.) λαθρέμπορας ο [laθrémbo ras] Ο5 : αυτός που διεξάγει λαθρεμπόριο: ~ ναρκωτικών καταδικάστηκε σε πολυετή φυλάκιση.

[λόγ. λαθρ(ο)- + -έμπορος· μεταπλ. κατά το έμπορος > έμπορας]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λαθρεπιβάτης ο [laθrepivátis] Ο10 θηλ. λαθρεπιβάτισσα [laθrepivátisa] Ο27 & (λόγ.) λαθρεπιβάτις [laθrepivátis] : αυτός που ταξιδεύει λαθραία, χωρίς εισιτήριο ή διαβατήριο.

[λόγ. λαθρ(ο)- + επιβάτης· λόγ. λαθρεπιβάτ(ης) -ισσα· λόγ. λαθρεπιβάτ(ης) -ις]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λαθρο- [laθro] & λαθρό- [laθró], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό & λαθρ- [laθr], όταν το β' συνθετικό αρχίζει από φωνήεν : α' συνθετικό με λόγια προέλευση σε σύνθετες λέξεις· δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό γίνεται όχι φανερά αλλά κρυφά ή παράνομα: λαθραναγνώστης, λαθρέμπορος, λαθρεπιβάτης, ~θήρας· λαθραλιεία, λαθρεμπορία, ~βοσκή, ~θηρία. || (βιολ.) ~βίωση· (βοτ.) λαθρό γαμα. ANT φανερο-.

[λόγ. < ελνστ. λαθρ(ο)- θ. του αρχ. επιθ. λαθρ(αῖος) -ο- ως α' συνθ.: ελνστ. λαθρό-νυμφος `παντρεμένος κρυφά΄, λαθρο-φαγῶ `τρώω κρυφά΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λαθρόβιος -α -ο [laθróvios] Ε6 : που ζει και κινείται κρυφά, διαφεύγοντας την κοινή προσοχή. || (κυρ. για έντυπο) που έχει ελάχιστη κυκλοφορία και αδιαφανείς πόρους.

[λόγ. λαθρο- + -βιος κατά το βραχύβιος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λαθροθήρας ο [laθroθíras] Ο3 : αυτός που κυνηγάει παράνομα (είτε χωρίς άδεια κυνηγιού είτε σε απαγορευμένη περιοχή ή περίοδο είτε απαγορευμένα θηράματα).

[λόγ. < αρχ. επίρρ. λάθρ(ᾳ) `κρυφά΄ -ο- + -θήρας]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λαθροθηρία η [laθroθiría] Ο25 : η παράνομη ενέργεια, δραστηριότητα του λαθροθήρα: Kαταδικάστηκε για ~.

[λόγ. λαθροθήρ(ας) -ία]

[Λεξικό Κριαρά]
λαθροκόρυζα η.
  • ?Κόρυζα (βλ. ά.) που βρίσκεται βαθιά και δε γίνεται εύκολα η διάγνωσή της:
    • ιέραξ λαθροκορύζῃ εμπεσών … (Ιερακοσ. 43021).

[<αρχ. επίθ. λαθραίος + ουσ. κόρυζα. Η λ. στο Meursius]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λαθρομετανάστης ο [laθrometanástis] Ο10 θηλ. λαθρομετανάστρια [laθrometanástria] Ο27 : αυτός που μεταναστεύει λαθραία σε μια άλλη χώρα, που δεν ακολουθεί τις νόμιμες διαδικασίες μετανάστευσης.

[λόγ. λαθρο- + μετανάστης· λόγ. λαθρομετανάσ(της) -τρια]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λαθροϋλοτομία η [laθroilotomía] Ο25 : παράνομο κόψιμο ξύλων στο δάσος, χωρίς άδεια των δασικών αρχών ή κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας.

[λόγ. λαθροϋλοτόμ(ος) -ία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λαθροϋλοτόμος ο [laθroilotómos] Ο18 : αυτός που κόβει ξύλα στο δάσος παράνομα, χωρίς άδεια των δασικών αρχών ή κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας.

[λόγ. λαθρο- + υλοτόμος]

< Προηγούμενο   1... 17 18 [19] 20 21 ...215   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες