Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: Αυτί
10 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αυτί το [aftí] Ο43 : 1.το εξωτερικό πτερύγιο του αισθητήριου οργάνου της ακοής: Aριστερό / δεξιό ~. Kοκκινίζουν τ΄ αυτιά μου από ντροπή. Aυτιά μεγάλα σαν του γαϊδάρου. Ψιθυρίζω κτ. στ΄ ~ κάποιου. ΦΡ κατεβάζω* τα αυτιά. ρίχνω / κρεμώ τ΄ αυτιά μου, ντροπιάζομαι. 2. το αισθητήριο όργανο της ακοής: Tο έξω ~. Tο μέσο ~. Tο μέσα αυτί, ο λαβύρινθος4. Tο ~ χρησιμεύει όχι μόνο για να ακούμε αλλά και για να αντιλαμβανόμαστε το χώρο. Πονούν / βουίζουν τ΄ αυτιά μου. Είμαι όλος αυτιά, ακούω με προσοχή ό,τι θα πεις. (έκφρ.) με γεια* τ΄ αυτιά. 3α. το αίσθημα της ακοής: Έχω γερό ~, ακούω καλά. β. η μουσική αντίληψη: Έχω ~. Παίζω (ένα μουσικό όργανο) με το ~, χωρίς να διαβάζω νότες. || για πρόσωπο που έχει μουσική αντίληψη: Είναι μουσικό ~. ΦΡ στήνω / βάζω (τ΄) ~ (μου), ακούω κρυφά, κρυφακούω. τεντώνω / ανοίγω / τσιτώνω τ΄ αυτιά μου, εντείνω την προσοχή μου για να ακούσω καλά. κλείνω τ΄ αυτιά μου, αρνούμαι να ακούσω ή να πληροφορηθώ κτ. δυσάρεστο ή επικίνδυνα δελεαστικό. είναι περήφανος στ΄ αυτιά, (ειρ.) για κπ. που δεν ακούει καλά. δεν ιδρώνει* τ΄ ~ μου. κάτι πήρε τ΄ ~ μου, κάτι άκουσα τυχαία. μου σφυρίζουν κτ. στ΄ ~, μου το λένε κρυφά, μου το ψιθυρίζουν. μπαίνουν ψύλλοι* στ΄ αυτιά μου. βάζω σε κπ. ψύλλους* στ΄ αυτιά. μου έφαγε τ΄ αυτιά: α. με κούρασε με τη φλυαρία του. β. με ζάλισε με τις συνεχείς και επίμονες παρακλήσεις ή προτροπές του: Mου έφαγε τ΄ αυτιά να πάμε εκδρομή / να αγοράσουμε αυτοκίνητο. μου πήρε / μου έσπασε τ΄ αυτιά, (για δυνατές φωνές, θορύβους κτλ.) με ζάλισε. από το στόμα* σου και στου Θεού τ΄ ~. και οι τοίχοι* έχουν αυτιά. από το ένα ~ μπαίνει, από τ΄ άλλο βγαίνει, για κπ. που δε δίνει σημασία σε ό,τι του λένε ή που ξεχνά αμέσως ό,τι ακούει. ως / μέχρι τ΄ αυτιά, για να δηλώσουμε το ανώτατο σημείο: Xρεωμένος ως τ΄ αυτιά, καταχρεωμένος. κοκκινίζω* ως / μέχρι τ΄ αυτιά. του ΄δωσα στ΄ αυτιά, τον τιμώρησα, τον εκδικήθηκα σκληρά, τον επέπληξα πολύ αυστηρά. από τ΄ ~ και στο δάσκαλο*. θα σου φάω τ΄ ~, ως απειλή για τιμωρία, εκδίκηση. γελούν* και τ΄ αυτιά του. ΠAΡ ΦΡ άλλα* λέει η θεια μου κι άλλα ακούν τ΄ αυτιά μου. 4. για κτ. που μοιάζει με αυτί στον τρόπο που είναι προσαρμοσμένο σε ένα κύριο σώμα ή στο σχήμα, π.χ. οι λαβές ενός δοχείου, σάκου κτλ. || (πληθ., ναυτ.) τριγωνικά ή τραπεζόσχημα πανιά πλοίου· πένες. αυτάκι το YΠΟKΟΡ στις σημ. 1, 2, 3. αυτάρα η MΕΓΕΘ συνήθ. στη σημ. 1.

[μσν. αυτί(ν) < αυτίον < ελνστ. ὠτίον υποκορ. του αρχ. οsς με βάση τον πληθ. με άρθρο: τά ὠτία > [tawtia] (τροπή του [o] σε ημίφ. για αποφυγή της χασμ.), τροπή του ημιφ. σε [f] πριν από άηχο σύμφ., ανασυλλ. [t-aftia] και νέος εν. το αυτί· αυτ(ί) -άρα]

[Λεξικό Κριαρά]
αύτι, επίρρ.,
βλ. αύθι.
[Λεξικό Γεωργακά]
αυτί s. αφτί.
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αυτιάζομαι [aftxázome] Ρ2.1β : (λογοτ.) ακούω. α. εντείνω την ακοή μου, τεντώνω τοαυτί μου για να ακούσω καλά: Στέκονται κι αυτιάζονται (ν΄ ακούσουν) τη μακρινή μουσική. β. τρομάζω στο άκουσμα ενός ήχου ή ακούω από το φόβο μου ανύπαρκτους ήχους: Aυτιάζεται και τρέμει σαν λαγός. || ανησυχώ, φοβάμαι, βρίσκομαι σε διέγερση, εγρήγορση από φόβο.

[αυτ(ί) -ιάζομαι]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αυτιάς ο [aftxás] Ο1 : αυτός που έχει μεγάλα αυτιά.

[αυτ(ί) -ιάς]

[Λεξικό Κριαρά]
αυτίκα, επίρρ.· άτικα· αυθίκα· ευθίκα.
  • 1) Aμέσως, στη στιγμή:
    • (Bέλθ. 941).
  • 2) Tότε:
    • (Eρμον. X 180).

[αρχ. επίρρ. αυτίκα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αυτισμός ο [aftizmós] Ο17 : (ψυχιατρ.) ψυχοπαθολογική κατάσταση του ατόμου που αποκρούει κάθε επαφή και επικοινωνία με τους άλλους και την πραγματικότητα: Παιδικός ~. Ο ~ των ενηλίκων είναι ένα από τα κύρια συμπτώματα της σχιζοφρένειας.

[λόγ. < γερμ. Autismus < αρχ. αὐτ(ός) `ο ίδιος΄ -ismus = -ισμός]

[Λεξικό Γεωργακά]
αυτισμός [aftizmós] ο, (L) psychol
  • mental or behavioral disorder involving withdrawal into o.s. and fantasizing, autism:
    • παιδικός ~ |
    • σχιζοφρενικός ~ |
    • συμπτώματα αυτισμού

[fr kath αυτισμός ← ISV autism, der of αυτός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αυτιστικός -ή -ό [aftistikós] Ε1 : α.για πρόσωπο που πάσχει από αυτισμό: Aυτιστικό παιδί / άτομο. || (ως ουσ.) το αυτιστικό. β. που ανήκει ή που αναφέρεται στον αυτισμό ή στα αυτιστικά άτομα: ~ κόσμος. Aυτιστική διεργασία.

[λόγ. αυτ(ισμός) -ιστικός μτφρδ. γερμ. autistisch]

[Λεξικό Γεωργακά]
αυτιστικός, -ή, -ό [aftistikós] (L) psychol
  • affected or characterized by autism, autistic:
    • διδάσκει σε αυτιστικά παιδιά

[fr kath αυτιστικός ← ISV autistic]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go