Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἕκαστος
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
έκαστος -η -ο [ékastos] αντων. επιμεριστική (βλ. Ε5) θηλ. και εκάστη, γεν. αρσ. και ουδ. και εκάστου (χωρίς πληθ.) : (λόγ.) καθένας· κάθε: ~ με τη σειρά του. Έκαστο Σάββατο, κάθε Σάββατο. Tην πρώτη Kυριακή εκάστου μηνός. (έκφρ.) καθ΄ εκάστην, καθημερινά. || (απαρχ. έκφρ.) ~ εφ΄ ω ετάχθη, ο καθένας στο καθήκον του.

[λόγ. < αρχ. ἕκαστος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go