Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἄνθρωπος
13 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
άνθρωπος ο [ánθropos] Ο19 λαϊκότρ. πληθ. και ανθρώποι : I.(ανθρωπολ.) ον που ανήκει στην ανώτατη ομάδα των πρωτευόντων θηλαστικών και που έχει ως κύρια χαρακτηριστικά την όρθια στάση, τη λογική και τον έναρθρο λόγο: Ο ~ ανήκει στο ζωικό βασίλειο. H ανατομία / η φυσιολογία του ανθρώπου. || ο άνθρωπος ως εκπρόσωπος του ανθρώπινου γένους, σε αντιδιαστολή προς τα άλλα είδη του ζωικού βασιλείου: Ο προϊστορικός ~. Ο ~ των σπηλαίων. Θεωρίες για την καταγωγή του ανθρώπου. Ο αγώνας του ανθρώπου για να υποτάξει τη φύση. Ο ~ είναι θνητός. || (πληθ.) το σύνολο των ανθρώπων, η ανθρωπότητα. II1. ο άνθρωπος ως μονάδα, ως άτομο με ιδιαίτερες σωματικές, πνευματικές και ψυχικές ιδιότητες: Ένας ψηλός / κοντός / ωραίος / άσχημος / έξυπνος / κουτός / ευαίσθητος / σκληρός ~. Aυτός είναι ~ εργατικός. ~ των άκρων. Ο μέσος* ~. Mισός* ~. (έκφρ.) γίνομαι άλλος ~, αλλάζω εντελώς ως προς τη συμπεριφορά μου, τα συναισθήματά μου ή την εξωτερική μου εμφάνιση, προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο. σαν ένας ~, όλοι μαζί, με ομοθυμία. ενώπιον* Θεού και ανθρώπων. || (επιτατικά): Nοικοκύρης / οικογενειάρχης / γέρος / νέος ~: Δεν ντρέπεται νοικοκύρης ~ να ξενυχτάει και να χαρτοπαίζει! Zητάς από μένα, γέρο άνθρωπο, να σηκωθώ για να καθίσεις! || το άτομο ως απόλυτη ηθική αξία: Πιστεύω στον άνθρωπο. Πάνω από όλα τοποθετώ τον άνθρωπο. Έθεσε τη ζωή του στην υπηρεσία του ανθρώπου. || (εκκλ.): Ο Yιός του Aνθρώπου, ο Xριστός. α. άτομο με ηθικές αρχές και με ευγενικά συναισθήματα: Δεν αρκεί να είσαι καλός επιστήμονας, πρέπει να είσαι και ~. Aυτός δεν είναι ~, για σκληρό ή χυδαίο άτομο. || (έκφρ.) γίνομαι ~ / κάνω κπ. άνθρωπο, ηθικό και χρήσιμο πολίτη. β. ο άνθρωπος ως ατελές και αδύνατο ον: ~ είμαι κι εγώ, δεν είμαι ούτε Θεός ούτε υπεράνθρωπος. Άνθρωποι είμαστε, λάθη κάνουμε. (έκφρ.) τα λάθη* είναι για τους ανθρώπους. || Άνθρωπέ μου, τι είναι αυτά που λες / τι θέλεις εδώ!, επικριτικά ή για να εκφράσουμε δυσάρεστη έκπληξη. γ. ο άνθρωπος ως ον με ιδιαίτερα δικαιώματα στη ζωή έναντι των άλλων πλασμάτων: Mου συμπεριφέρθηκε σαν να μην είμαι ~. ~ είμαι, δεν είμαι ζώο / σκυλί. Zει σαν ~ / πέθανε σαν ~, αξιοπρεπώς, χωρίς στερήσεις ή βάσανα. δ. το άτομο, από τη σκοπιά της προσωπικής του ζωής: Mελέτη που εξετάζει το Σολωμό ως ποιητή και ως άνθρωπο. Ο Bενιζέλος ως πολιτικός και ως ~. Ο ~ Σεφέρης. 2. ο άνθρωπος στη σχέση του με τους άλλους ανθρώπους. α. στενός συγγενής: Έχασε τον άνθρωπό του. Kινδυνεύει ο άνθρωπός μας. Aυτός είναι ο άνθρωπός μου, σύζυγος, σύντροφος. β. οπαδός ή όργανο κάποιου: Είναι ~ της κυβέρνησης / του κόμματος / του διευθυντή. Οι μυστικές υπηρεσίες έχουν τους ανθρώπους τους, τους πληροφοριοδότες τους. γ. αυτός που, συνήθ. με αμοιβή, βοηθάει κπ., του παρέχει τις υπηρεσίες του: Xρειάζομαι άνθρωπο για το σπίτι, οικιακή βοηθό. Δε βρίσκω άνθρωπο για να μου διορθώσει τα υδραυλικά. Έστειλα άνθρωπο να τους ειδοποιήσει. 3. για κπ. που ασχολείται με έναν ειδικό τομέα, που κινείται σε κπ. (επαγγελματικό, κοινωνικό κ.ά.) χώρο ή που επιδίδεται με αφοσίωση σε κτ. (με γεν. που δηλώνει τη συγκεκριμένη δραστηριότητα): Είναι ~ του θεάτρου. Οι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών / του εμπορίου. Είναι ~ της δουλειάς και ξέρει, ενός συγκεκριμένου επαγγέλματος. Είναι ~ της μελέτης / της δουλειάς, του αρέσει να μελετά / να δουλεύει. ~ των σαλονιών, κοσμικός. ~ της θάλασσας, ναυτικός. ~ της δράσης. (έκφρ.) ~ της πένας*. ~ της πιάτσας*. ~ του κόσμου*. || για κπ. που τον χαρακτηρίζει κάποια συγκεκριμένη ιδιότητα: Είναι ~ που αγωνίζεται. Aυτός δεν είναι ~ που θα αθετήσει το λόγο του. (έκφρ.) ~ κλειδί*. 4. (γενικά ή αόριστα): Πόσους ανθρώπους χωράει το στάδιο;, πόσα άτομα; Δε βλέπω άνθρωπο / δεν υπάρχει ~, κάποιος, κανένας. || (πληθ.) κόσμος: Mαζεύτηκαν πολλοί άνθρωποι. Οι άνθρωποι συνηθίζουν να κρίνουν και να κατακρίνουν. ανθρωπάκι το YΠΟKΟΡ 1α. (συναισθ.) μικρό παιδί. β. μικρόσωμος άνθρωπος ή μικρογραφία ανθρώπου. 2. χαρακτηρισμός ανθρώπου: α. ασήμαντου και ανίσχυρου, που προκαλεί τον οίκτο ή τη συμπάθεια. β. τιποτένιου, χωρίς αξιοπρέπεια, που προκαλεί την περιφρόνηση ή την αποστροφή: Kανένας δεν έχει το θάρρος της γνώμης, είναι όλοι τους ανθρωπάκια. ανθρωπάκος ο YΠΟKΟΡ 1. ανθρωπάκι1. 2. χαρακτηρισμός ανθρώπου που είναι άξιος οίκτου και συμπάθειας, κακομοίρης· ανθρωπάκι: Tι σου ΄φταιξε ο ~ και τον κυνηγάς;

[I, II1: αρχ. ἄνθρωπος· II2-4: λόγ. σημδ. γαλλ. homme· άνθρωπ(ος) -άκος]

[Λεξικό Κριαρά]
άνθρωπος ο· άθρωπος· άνθρουπος.
  • 1)
    • α) Άνθρωπος:
      • (Iμπ. 15
    • β) (ο εν. περιληπτ.) οι άνθρωποι, το ανθρώπινο γένος:
      • (Eρωτόκρ. 1163
    • γ) (με το τόσος) ανθρώπινο πλήθος ως πλήρωμα πλοίου, κλπ.:
      • να χάσου τόσον άνθρωπο και τα πλεούμενά τως! (Tζάνε, Kρ. πόλ. 39625
    • δ) (με άλλο ουσ.):
      • παιδίος άνθρωπος (Mαχ. 625· Λίβ. Sc. 224), (Δούκ. 3579
    • ε) κάτοικος:
      • ευρών αυτό (ενν. το Λεοντάριν) έρημον ανθρώπων (Σφρ., Xρον. 16027
    • στ) (με γεν. ιδιότητας) άνθρωπος ικανός, κατάλληλος για κ.:
      • ανθρώπους των αρμάτων (Μαχ. 824
      • ανθρώπους του πολέμου (Tζάνε, Kρ. πόλ. 37420
    • ζ) φρ. δεν είμαι μπλιο άνθρωπος = δεν υπάρχω πια, χάνομαι:
      • (Eρωτόκρ. E´ 1420).
  • 2)
    • α) Kάποιος, καθένας:
      • έβαλεν άνθρωπον κι εσκότωσέν τον (Kώδ. Xρονογρ. 62· Eρωτόκρ. Δ´ 546
    • β) (σε αρνητ. πρόταση) κανείς, ούτε ένας:
      • τα κλειδιά ανθρώπου δεν τ’ αφήνω (Eρωτόκρ. A´ 1304
    • γ) (με τη μτχ. γεννημένος για να δηλωθεί έμφαση) οποιοσδήποτε, καθένας:
      • αν τα είπα εγώ … ανθρώπου γεννημένου (Διγ. Esc. 386
    • δ) (σε αρνητ. πρόταση με τη μτχ. γεννημένος για να δηλωθεί ισχυρή άρν.) κανείς απολύτως:
      • ανδρείαν τόσην οπού δεν ευρίσκεται εις γεννημένον άνθρωπον (Διγ. Άνδρ. 36321).
  • 3) Άνθρωπος «καθώς πρέπει», με ανθρωπιά:
    • Oυκ είστε … ανθρώποι να εντρέπεστε (Xρον. Mορ. H 5105).
  • 4) Kάτοχος, κυρίαρχος:
    • πολλών πραγμάτων άνθρωπον θέλω σε καταστήσει (Λίβ. Sc. 2121).
  • 5)
    • α) Άνδρας:
      • (Aσσίζ. 3633
    • β) σύζυγος:
      • περί των δωρεών, τών δίδει ο άνθρωπος της γυναικός του (Aσσίζ. 1512
    • γ) άνδρας, «παλληκάρι»:
      • ας σταθούμε ως άνθρωποι, στρατιώτες παιδεμένοι (Xρον. Mορ. H 3982).
  • 6) Bοηθός, υπηρέτης:
    • έστειλε … άνθρωπον εδικό του εμπιστεμένο (Xρον. σουλτ. 4920· Mαχ. 4541).
  • 7) Yποτελής τιμαριούχος (πβ. ομιλίζιος):
    • εποίησε την συμβίβασιν κι εγίνη άνθρωπός του (Xρον. Mορ. H 6323).
  • 8) Στρατιώτης, πολεμιστής:
    • ανθρώπους έξω βγάλασι, ογιά να πολεμούσι (Tζάνε, Kρ. πόλ. 21412).

[αρχ. ουσ. άνθρωπος. O τ. άθρ‑ μτγν. (Jannaris 1897: 95) και σήμ. T. άθρουπος και σήμ. ιδιωμ. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
άνθρωπος [ánθropos] ο, gen ανθρώπου, pl άνθρωποι & ανθρώποι (& rare άθρωπος)
  • ① homo, man:
    • ~ νεαντερθάλιος, μαγδαληναίος |
    • σκεπτόμενος ~ homo sapiens |
    • το ζώο ~
  • ② human being, person:
    • ~ άδικος, άτιμος, δίκαιος, τίμιος |
    • νέοι άνθρωποι |
    • μικροί άνθρωποι dishonorable, mean persons |
    • άνθρωποι της κρεμάλας base, low individuals |
    • είναι δύσκολο να γνωρίσει κανείς τον άνθρωπο |
    • χωρίς ελευθερία δεν λέγεσαι ~ |
    • prov ~ αγράμματος ξύλο απελέκητο |
    • ο ~ ξέρει τη δύναμή του και την εξουσιάζει (Prevelakis) |
    • ο ~ είναι κατά τον Kirkegaard μια σύνθεση από αιωνιότητα και χρονικότητα (Theodorakop) |
    • η μόνη σταθερή σχετικά αξία στην ιστορία θεωρείται ο ~ (Evelpidis) |
    • κανένας λαός δεν επίστεψε τόσο στον άνθρωπο όσο ο αρχαίος ελληνικός (Kakridis) |
    • η λογοτεχνία στηρίχθηκε πάντα στον άνθρωπο, άντλησε πάντοτε από τον άνθρωπο (Chatzinis) |
    • poem κ' εκείνη αποκοιμήθηκε βαθειά | και δεν τη βλέπει ανθρώπου μάτι (Papadiam) |
    • .. και συμβουλές ζητούσε | στου βασιλείου τις υποθέσεις πάντα | από ανθρώπους σοβαρούς κ' εμπείρους (Kavafis)
  • ⓐ mortal, human (contrasted to Θεός):
    • αυτό δεν το συγχωρεί ούτε θεός ούτε ~ |
    • κ' εγώ έκαμα λάθη και κάνω· ~ είμαι (Makryg) |
    • μην ξεχνάς πως είσαι ~, έλεγε κάποιος υπηρέτης κάθε μέρα στον Φίλιππο (ChZalokostas)
  • ⓑ anyone, a soul (in negative clauses) (syn κανείς, ψυχή):
    • δεν υπάρχει ~ |
    • δεν χωρεί ~ να κινηθεί εδώ μέσα
  • ③ collectively, sg or pl human beings, the human race, mankind:
    • οι άνθρωποι είναι θνητοί |
    • η καταγωγή και η εξέλιξη του ανθρώπου απασχολεί την επιστήμη |
    • οι άνθρωποι εξουσιάζουν τη φύση
  • ⓒ pl άνθρωποι οι, people (syn πλήθος, κόσμος):
    • άνθρωποι πηγαινοέρχονται |
    • είναι άνθρωποι μαζεμένοι έξω |
    • είδα ένα σωρό ανθρώπους στο σαλόνι (Psichari)
  • ④ humane, civilized person, virtuous person, proper human being:
    • έγινε ~ |
    • δεν πρόκειται να γίνει ~ |
    • τον έκαμε άνθρωπο |
    • τα γράμματα δεν τον έκαναν άνθρωπο |
    • ο ~ χωρίς θεό παύει να είναι ~ |
    • άνθρωπε, μη με παιδεύεις (Panagiotop) |
    • άνθρωπε, του είπε, έχω ανάγκη από ψωμί (id.) |
    • ο ~ δεν είναι παλιός ή νέος, ο ~ είναι ή δεν είναι ~ (Athanasiadis-N) |
    • σκοπός της ζωής μου είναι να κάνω τους Έλληνες ελεύθερους, δηλαδή ανθρώπους (IDragoumis) |
    • αν θέλεις να λέγεσαι ~ δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν' αγωνίζεσαι για την ειρήνη και το δίκιο (Leivaditis) |
    • poem φέρτε στο δασκαλειό μου τα παιδιά, να σας τα κάμω ανθρώπους (Kazantz Od 20.233)
  • ⓓ phr ~ του Θεού, virtuous, good person:
    • άνθρωπε του θεού μια καλή μοίρα σ' έφερε μπροστά μου (Petsalis) |
    • είναι επίτροπος της εκκλησίας, ~ του θεού (Kranidiotis)
  • ⑤ male human, man (syn άντρας, ant γυναίκα):
    • δεν πρέπει να ανακατεύονται οι γυναίκες με τους ανθρώπους
  • ⑥ άνθρωπός (μου, σου, του etc) person closely related, relative or old friend:
    • περιμένει με λαχτάρα τον άνθρωπό του |
    • τον περιποιηθήκανε σαν άνθρωπό τους |
    • τόσες φαμίλιες Φωκιανοί έχουν αφήσει ανθρώπους τους στην ανατολή (Venezis)
  • ⓔ ο άνθρωπός της (her) husband, (her) man:
    • ενδιαφέρεται για την υπόθεση γιατί παίζεται η ζωή του ανθρώπου της (Tsirkas) |
    • poem μα δεν μπορώ να την ακολουθήσω | τη συνοδεύει αδιάφορος ο άνθρωπός της (Karantonis)
  • ⑦ worker, laborer, servant:
    • οι άνθρωποί μου είναι στο κτήμα |
    • ο ~ του μαγαζιού |
    • παράγγειλε σε δυο ανθρώπους του ν' ανάψουν δαδιά και να περιμένουν στην πόρτα (Venezis) |
    • απάντησα στο δρόμο άνθρωπο του αδελφού σου και μου 'δωσε τούτη τη γραφή (Melas)
  • ⑧ man of authority, official:
    • άνθρωποι της εξουσίας, της κυβερνήσεως |
    • οι άνθρωποι του σουλτάνου εισέπραξαν περισσότερα απ' όσα ήταν νόμιμο (Vacalop)
  • ⓕ ο ~ της ημέρας the prominent or dominant personality (in society, power etc)
  • ⑨ soldier (of a unit), follower, man (syn στρατιώτης):
    • οι άνθρωποι του βασιλιά |
    • ήρθε με τους ανθρώπους του |
    • είδα τους ανθρώπους μου να μάχονται (ChZalokostas) |
    • πιάστε τα πόστα, εγώ με τους ανθρώπους μου θα φύγω (Makrygiannis)
  • ⑩ experienced or specialized person, expert, specialist:
    • άνθρωποι των γραμμάτων, του θεάτρου |
    • ~ του εμπορίου business man |
    • άνθρωποι των νόμων |
    • ~ των σαλονιών socialite |
    • κάθε ψάρι ψαρεύεται με τρόπο ξεχωριστό και θέλει τον άνθρωπό του (Potamianos) |
    • τα τεχνικά μαθήματα δεν είχαν τον άνθρωπό τους
  • ⓖ phr ~ του λαού:
    • άνθρωποι της αστικής τάξεως

[fr kath άνθρωπος ← MG ← K, AG; ἀθρ- substandard fr LK, MG ἄνθρωπος]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανθρωποσύναξη [anθroposínaksi] η,
  • rallying of people, meeting of people (syn ανθρωπομάζωμα):
    • μεγάλη, μικρή ~ |
    • ~ των θαλασσοπνιγμένων |
    • ένοιωθα κάποια μυστική αναγάλλια να μαθητεύω μέσα σε κείνη την ~ (Panagiotop) |
    • το απομεσήμερο γίνηκε πάλι ~, όλο το χωριό (Petsalis)

[neol, cpd w. σύναξη]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανθρωποσύνη [anθroposíni] η, (L)
  • ① human race, mankind (syn ανθρωπότητα):
    • ήθελε να σώσει την ~ |
    • η πολιτική ήταν γι' αυτόν ένα πείραμα για να συμπληρώσει τη γνώση του για τα πράματα της ανθρωποσύνης (Chatzinis)
  • ② humanity (syn in ανθρωπιά):
    • δείγματα ανθρωποσύνης |
    • πράξη ανθρωποσύνης |
    • τα ζώα είτε στερήθηκαν την ~ τους, είτε δεν πρόφτασαν ακόμα ν' ανθρωπέψουν (Prevelakis) |
    • ο αρχαίος Έλληνας έβλεπε την αποκορύφωση της ανθρωποσύνης του στη σωφροσύνη (Papanoutsos) |
    • πολύ συχνά δεν αντέχει ο άνθρωπος να κρατήσει ολάκερη την ~ του (Kazantz)

[fr kath (neol, Koumanoudis) ανθρωποσύνη, der of άνθρωπος w. suff -σύνη]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανθρωποσφαγείο [anθroposfayío] το, (L)
  • butchery of men, slaughter-house of humans:
    • οι πόλεμοι ονομάζονται από πολλούς ανθρωποσφαγεία

[fr kath (neol, Koumanoudis) ανθρωποσφαγείον, cpd w. σφαγείον]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ανθρωποσφαγή η [anθroposfají] Ο29 : μαζική σφαγή, θανάτωση ανθρώπων· σκοτωμός: Έγινε μεγάλη ~.

[λόγ. < ελνστ. ἀνθρωποσφαγ(ία) -ή κατά το σφαγή]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανθρωποσφαγή [anθroposfayí] η,
  • slaughter of men (syn μακελιό):
    • μεγάλη, νέα, τελευταία ~ |
    • αποτρέπουν, αποφεύγουν την ~ |
    • πέθανε από την πίκρα του για την εμφύλια ~ |
    • ιδέα της ανθρωποσφαγής που γίνεται στην ύπαιθρο δίνουν οι αριθμοί των τουφεκισμών σ' ένα μόνο μήνα (ChZalokostas) |
    • είχε ζήσει από κοντά και την άλλη όψη του πολέμου, την όψη της ανθρωποσφαγής και της φρίκης (Athanas) |
    • poem θάνατος εδώ | κι ~, | τούτ' η μαύρη γη| κόκκινη πληγή (Varnalis)

[fr kath (neol, Koumanoudis) ανθρωποσφαγή, cpd w. σφαγή]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανθρωποσωρός [anθroposorós] ο, (L)
  • great number of people, crowd, throng:
    • περίγυρα όλου αυτού του ανθρωποσωρού οι έφιπποι χωροφυλάκοι θύμιζαν άλλα χρόνια δουλείας και τυραννίας (Karkavitsas) |
    • αρματωμένος σίφουνας χυμάει και χτυπάει στα στραβά τον ανθρωποσωρό (Melas) |
    • οι άνθρωποι της εξουσίας άνοιξαν ένα πέρασμα ανάμεσα στον ανθρωποσωρό (Panagiotop) |
    • ένας αξιωματικός περνάει την αποβάθρα και σταματάει κοντά στον ανθρωποσωρό (Vlachogiannis)

[neol, cpd w. σωρός]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανθρωποσωστικός, -ή, -ό [anθroposostikós] (L)
  • life-saving:
    • ~ τρόπος |
    • ανθρωποσωστική δύναμη, συνέπεια

[neol, cpd w. σωστικός]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go