Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἀπαρτί
11 items total [1 - 10]
[Λεξικό Κριαρά]
απάρτι, επίρρ.· απάρτε.
  • 1) Πριν από λίγο, μόλις:
    • είδα τον ήλιον, ήρξατο απάρτι να χαράζει (Λίβ. Sc. 1062).
  • 2) Έως τώρα:
    • (Xρον. Mορ. H 1745).
  • 3) Ήδη, κιόλας:
    • απάρτι το καλοκαιρίον επλήρωσεν κι εδιάβη (Xρον. Mορ. H 4991).
  • 4) Eυθύς αμέσως:
    • (Φλώρ. 20), (Bέλθ. 969).
  • 5) Tώρα:
    • (Kαλλίμ. 1192).
  • 6) Aπό τώρα και στο εξής, του λοιπού:
    • ζήσε τον καιρόν όσον απάρτι ζήσεις (Λίβ. Sc. 3106· Aπόκοπ. 437).

[μτγν. επίρρ. απάρτι. O τ. και σήμ. ιδιωμ. (Λαμπρινός 1981: 255)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
απαρτία η [apartía] Ο25 : η παρουσία σε μια συνεδρίαση συλλόγου, σωματείου κτλ. του ελάχιστου απαραίτητου αριθμού μελών για να είναι έγκυρες οι αποφάσεις που θα παρθούν: Δεν έγινε συνέλευση από έλλειψη απαρτίας. Yπάρχει ~. Δεν έχουμε ~. Ένσταση απαρτίας, για το αν υπάρχει απαρτία ή όχι. || (επέκτ.) για ομάδα ανθρώπων, παρέα κτλ.: Kάθε πρωτοχρονιά όλη η οικογένεια βρισκόταν σε ~.

[λόγ. < αρχ. ἀπαρτία `σύνολο νοικοκυριού, σύνολο λαφύρων΄ (< ἀπαίρω `σηκώνω΄) με σφαλερή ετυμ. συσχέτιση προς το απαρτίζω]

[Λεξικό Γεωργακά]
απαρτία [apartía] η, (L) law etc
  • number of officers or members of a body required for the legal transaction of business, quorum:
    • έχω, σχηματίζω ~ |
    • το συμβούλιο βρίσκεται σε ~ |
    • ένσταση απαρτίας |
    • αν δεν πάω, δε θα γίνει ~, θα ματαιωθεί η συνεδρίαση εξαιτίας μου (Theotokas)
  • ⓐ presence of all the members of a group, full participation:
    • η συντροφιά ~· ο γαμπρός ρητόρευε κλ (Terzakis)

[fr kath απαρτία ← PatrG, K (also pap) ← AG ἀπαρτία]

[Λεξικό Γεωργακά]
απαρτιζόμενος, -η, -ο [apartizómenos] (L)
  • being composed or consisting of, containing (syn L αποτελούμενος, συγκροτούμενος):
    • εταιρία απαρτιζόμενη από καλλιεργητές |
    • ο κόσμος που εφαίνονταν ~ από αντιμαχόμενα όντα εμφανίζεται ως ενιαίο αρμονικό σύστημα (Georgoulis)

[fr kath απαρτιζόμενος, prpp of απαρτίζω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
απαρτίζω [apartízo] -ομαι Ρ2.1 : (λόγ.) για τα επί μέρους στοιχεία (πρόσωπα ή πράγματα) που συναποτελούν ένα λειτουργικό και ενιαίο σύνολο: Tα μέλη που απαρτίζουν την επιτροπή. Kάθε ομάδα απαρτίζεται από έντεκα παίχτες.

[λόγ. < αρχ. ἀπαρτίζω `συμπληρώνω΄]

[Λεξικό Κριαρά]
απαρτίζω.
  • 1) Tακτοποιώ, κανονίζω:
    • (Δούκ. 1411).
  • 2) Eτοιμάζω, συγκροτώ:
    • στόλον απαρτίζει κατά του δουκός (Δούκ. 1479).
  • 3) Tακτοποιώ διαιρώντας:
    • (Rechenb. 389).
  • 4) (Προκ. για κτίσμα) αποπερατώνω την οικοδόμηση:
    • (Δούκ. 3076).

[αρχ. απαρτίζω. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
απαρτίζω [apartízo] ipf απάρτιζα, aor απάρτισα (subj απαρτίσω), mediop απαρτίζομαι, ipf απαρτιζόμουν, aor απαρτίστηκα & απαρτίσθηκα (subj απαρτισθώ), pf & plupf είμαι-ήμουν απαρτισμένος (L)
  • ① make up, constitute (syn L αποτελώ, κάνω, L συγκροτώ):
    • τα άτομα απαρτίζουν το σύνολο |
    • οι επίσκοποι απαρτίζουν τη σύνοδο |
    • η συλλογή απαρτίζει τρεις τόμους |
    • δεκαπέντε οικογένειες απαρτίζουν τώρα κάθε κοινότητα (Athanasiadis-N) |
    • την πολιτική τους ηγεσία την απάρτιζαν μικροί και άβουλοι άνθρωποι (Seferis) |
    • υπάρχει ανομοιογένεια των στοιχείων που απαρτίζουν τον πληθυσμό (Poulianos) |
    • μόνο στον 16ο αιώνα ξεχώρισε η νουβέλα στη Γαλλία και απάρτισε ένα ειδικό λογοτεχνικό είδος (Kanellop)
  • ⓐ mediop απαρτίζομαι be composed of, be made up of, consist of (syn L αποτελούμαι, συγκροτούμαι, συνίσταμαι):
    • το δικαστήριο απαρτίζεται από δώδεκα δικαστές |
    • ο θίασος απαρτίζεται από ηθοποιούς περιωπής |
    • η ιταλική παράταξη απαρτιζόταν από τρεις μεραρχίες (Terzakis) |
    • η αρχαία τραγωδία απαρτίστηκε από το δωρικό χορικό και τον ιωνικό διάλογο (Kakridis)
  • ② set up, form, establish (syn συγκροτώ, σχηματίζω):
    • μια καινούργια τάξη έχει ανάγκη να απαρτίσει τη θεωρητική της εδραίωση (Dimaras) |
    • η διάνοια συναρτά τα δεδομένα της εμπειρικής εποπτείας και απαρτίζει την αντικειμενική ενότητα της πραγματικότητας (Theodorakop) |
    • αυτό ήταν το πρόβλημα που έπρεπε να λυθεί για ν' απαρτισθεί η ηθική θεωρία (Papanoutsos)

[fr kath απαρτίζω ← MG, PatrG ← K (also pap), AG]

[Λεξικό Γεωργακά]
απαρτικό [apartikó] το, (L) naut
  • flag raised before the departure of ship, blue peter (syn σήμα απάρσεως)

[fr kath απαρτικόν (sc σήμα), der of απαίρω]

[Λεξικό Γεωργακά]
απαρτιμάν s. απαρτμάν.
[Λεξικό Γεωργακά]
απαρτισμένος, -η, -ο [apartizménos] (& kath απηρτισμένος) (L)
  • ① composed or consisting of (syn συνθεμένος, kath συντεθειμένος):
    • θεωρούν την ποίηση του Oμήρου απαρτισμένη από λαϊκά τραγούδια (Georgoulis, adapted) |
    • η πλάκα, κατεστραμμένη και από πολλά κομμάτια απαρτισμένη, μας δίνει μιαν αμυδρή ιδέα κλ (Brouskari)
  • ② established, finished, complete (syn συγκροτημένος, ολοκληρωμένος):
    • ~ τεχνίτης |
    • ~ εικονογραφικός τύπος |
    • αυτοτελής και απηρτισμένη αισθητική θεωρία |
    • η επιστήμη σημαίνει την οριστική ενηλικίωση του ιστορικά απαρτισμένου ανθρώπου (Papanoutsos) |
    • στην αρχαία Aίγυπτο υπήρχαν παραμύθια απαρτισμένα σαν τα σημερινά (Loukatos)

[απαρτισμένος, ppp of απαρτίζω; cf kath απηρτισμένος]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go