Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: όμμα
12 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
όμμα το [óma] Ο48 : α. (λόγ.) το μάτι. (απαρχ.) ΦΡ ιδίοις* όμμασι. β. ΦΡ παίρνω των ομματιών μου (και φεύγω), φεύγω απογοητευμένος και οριστικά.

[α (όμμασι): λόγ. < δοτ. πληθ. του αρχ. ὄμμα· β (ομματιών): αρχ. ὀμμάτων, γεν. πληθ. του ὄμμα μεταπλ. κατά το ματιών]

[Λεξικό Κριαρά]
όμμα το.
  • 1) Το μάτι (ως μέλος του σώματος και ως όργανο της όρασης):
    • (Διγ. Z 1483), (Λίβ. P 2852), (Σπανός D 680).
  • 2) (Στον πληθ. συνεκδ.) η αίσθηση της όρασης:
    • Εγώ μεν άφθαρτος Θεός, …, και ει θελήσεις με ιδείν τα όμματά σου χάνεις (Παϊσ., Ιστ. Σινά 94).
  • 3)
    • α) Βλέμμα, ματιά:
      • ας με πονεί οπού με θεωρεί …, να θλίβεται οπού όμματα γυρίζει εις εμέναν (Λίβ. P 2844· Αξαγ., Κάρολ. Έ 1149
    • β) έκφραση του βλέμματος που δείχνει διάθεση, συναισθήματα, κλπ., απέναντι σε κάπ. ή κ.:
      • ιλέῳ όμματι προσβλέπει σε (Δούκ. 21732
      • (συνεκδ., προκ. για το Θεό και το Χριστό) έκφρ.
        • (1) έκδικον όμμα = το «μάτι» που υποστηρίζει το δίκαιο και τιμωρεί:
          • (Έκθ. χρον. 5721
        • (2) ευσπλαχνίας όμμα = το «μάτι» που δείχνει συμπόνια:
          • (Σκλάβ. 234).
  • 4) (Στον πληθ. σε προσφών. για να εκφραστεί τρυφερότητα):
    • Υιέ μου, … φως των εμών ομμάτων (Διγ. Z 989· 2879).

[αρχ. ουσ. όμμα. Επιρρ. έκφρ. 'σ-σόμματα (= εις όμματα) σήμ. ιδιωμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
ομματάκι(ν) το· ματάκι(ν)· 'μματάκιν.
  • α) Μάτι (υποκορ.):
    • η κόρη που αγαπώ ματάκια πλουμιστά 'χει (Ch. pop. 361· Γεωργηλ., Θαν. 104), (Φορτουν. Γ́ 440
  • β) (στον πληθ. με το κτητ. μου ως προσφών. για να εκφραστεί τρυφερότητα):
    • ματάκια μου και φως μου (Ch. pop. 322· 353
  • γ) (σε ομοτική έκφρ.):
    • σου 'μνόγω στα 'μορφα ματάκια σου (Πανώρ. Γ́ 617).

[<ουσ. ομμάτι(ο)ν + κατάλ. –άκι(ν). Ο τ. ματάκι στο Βλάχ. και σήμ. Τ. αμματάκι στο Βλάχ.]

[Λεξικό Κριαρά]
ομμάτι(ν) το,
βλ. ομμάτιον.
[Λεξικό Κριαρά]
ομματιά η· ματιά.
  • Βλέμμα, ματιά:
    • Φανερά τον Θεόν θωρούν τα μάτια σου. …αχ! τι χαρά! στη ματιά σου (Rebâb-nâmè 2).

[<ουσ. ομμάτι(ο)ν + κατάλ. ‑ά. Τ. αμμαδιά και αμματιά σήμ. κυπρ. Ο τ. στο Βλάχ. και σήμ. Τ. ματά και ομματέα ποντ. Η λ. στο Somav.]

[Λεξικό Κριαρά]
ομμάτιον το· αμμάδιν· αμμάτι· αμμάτιν· εμμάτιν· μάτι· μάτιν· 'μμάτι· 'μμάτιν· ομμάτι· ομμάτιν· πληθ. αμματία· μάθια· μάτιγια· 'μματία.
  • 1)
    • α) Το όργανο της όρασης, οφθαλμός, μάτι:
      • (Ερωτόκρ. Ά 1077
      • ήτον τυφλωμένος το’ ναν τ’ αμμάτι το δεξιό (Τζάνε, Κρ. πόλ. 3814
    • β) (μεταφ.):
      • Χίλια μάτιά 'χει ο λογισμός, μερόνυχτα βιγλίζου (Ερωτόκρ. Ά 1083).
  • 2) (Συνεκδ.) βλέφαρο:
    • δεν εμπόρεσα τη νύχτα να καμνύσω τα μάτια μου να κοιμηθώ (Φορτουν. Ά 247· Ερωφ. Πρόλ. 77).
  • 3) (Συνεκδ.)
    • α) βλέμμα:
      • εσήκωσεν … τα μάτια του προς την Ανατολήν (Διγ. Άνδρ. 3602· Πεντ. Δευτ. XI 12
    • β) η έκφραση του βλέμματος που δηλώνει διάθεση, συναισθήματα, κ.τ.ό.:
      • έδιδαν φόβον, έχοντες εκ φύσεως ομμάτι φοβερόν (Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 386· Ζήν. Β́ 424).
  • 4) (Συνεκδ.) η ικανότητα να βλέπει κανείς, όραση:
    • ο φθόνος … υστέρησέν του τα μάτια και έχασε … το φως του κόσμου (Γεωργηλ., Βελ. Λ 13· Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Β́ 62).
  • 5) (Μεταφ.) προσωπική φροντίδα, επιστασία, επίβλεψη:
    • ουδέν παχύνει το άλογον ωσάν τ’ ομμάτιν του βασιλέως (Σοφιαν., Παιδαγ. 113).
  • 6) (Μεταφ. προκ. για την Κων/πολη) πηγή φωτός:
    • το μάτι της Ανατολής και της χριστιανοσύνης (Θρ. Κων/π. H 6).
  • 7) (Συνεκδ. προκ. για άνθρωπο):
    • ήτον (ενν. η θυγατέρα) … νόστιμη που 'παίνα κάθε μάτι (Μαρκάδ. 18· Ερωτόκρ. Ά 528
    • (με γεν. προσώπου):
      • τ’ αμμάτι των Τουρκών (Αχέλ. 1327· Ερωφ. Γ́ 163).
  • 8)
    • α) (Μεταφ. στον πληθ. προκ. να δηλωθεί αγαπημένο πρόσωπο):
      • η Σίλα η όμορφη, τα μάτια και το φως μου (Ιντ. κρ. θεάτρ. Β́ 84
    • β) (με την αντων. μου ως προσφών. που εκφράζει τρυφερότητα):
      • Χαρτί σου στέλνω, μάτια μου (Ch. pop. 309
    • γ) (σε μεταφ. στη γεν. πληθ. με προηγ. τα ουσ. φως, ήλιος, κ.τ.ό., προκ. να δηλωθεί αγαπημένο πρόσωπο):
      • να 'σαι μοναχή το φως των αμματιών μου (Στάθ. Ιντ. ά 4· Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [30] (έκδ. οιματιών)).
  • 9) (Μεταφ. προκ. για στόμιο κανονιού):
    • τα κανόνια εσπούσανε κι ανοίγασι τα μάτια (Τζάνε, Κρ. πόλ. 31013).
  • Εκφρ.
    • 1) Εις τα μάτια (κάπ.) = κατά τη γνώμη, κατά την κρίση κάπ.:
      • (Πεντ. Γέν. XXI 11, Δευτ. VI 18).
    • 2) Εμπρός στα μάτια (κάπ.) = ενώπιον, μπροστά σε κάπ.:
      • (Αιτωλ., Μύθ. 2612).
    • 3) Με ανοικτά τα μάτια = χωρίς ύπνο·
      • (εδώ σε υπερβολή) με τεταμένη προσοχή:
        • (Ζήν. Γ́ 340).
    • 4) Στάκτη εις τα μάτια = θόλωμα της όρασης, τύφλωση (πβ. τη σημερ. φρ. ρίχνω στάκτη στα μάτια κάπ.):
      • (Διακρούσ. 11421).
      • Φρ.
      • 1) Ανοίγουν τα μάτια (μου), βλ. ανοίγω Φρ. 4.
      • 2) Ανοίγω καλά τα αμμάτια μου = εντείνω την προσοχή μου για να αντιληφθώ κ.:
        • (Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 426).
      • 3) Ανοίγω τα ομμάτια (κάπ.) = κάνω κάπ. να δει καλά, διαφωτίζω (πβ. και ανοίγω Φρ. 6):
        • (Ιστ. Βλαχ. 2703).
      • 4) Βάνω το μάτι μου επάνου (σε κάπ.) = βλέπω, εξετάζω (με τα ίδια μου τα μάτια):
        • (Πεντ. Γέν. XLIV 21).
      • 5) Βάνω ύπνο εις τα μάτια (μου), βλ. βάνω (I)13.
      • 6) Βγαίνουν τα μάτια μου, βλ. βγαίνω 1β φρ.
      • 7) Βγαίνω (ομπρός) από τα μάτια (κάπ.), βλ. βγαίνω 23 φρ.
      • 8) Βλέπω με άγριο μάτι (κάπ.) = έχω εχθρική διάθεση για κάπ.:
        • (Χίκα, Μονωδ. 89).
      • 9) Βλέπω με τ’ αμμάτια μου = έχω άμεση αντίληψη ενός πράγματος:
        • (Θρ. Κύπρ. 496).
      • 10) Δεν έχω ομμάτια να δω (κάπ.) = δεν προσέχω κάπ., αποφεύγω να τον δω:
        • (Σαχλ. Αφήγ. 369).
      • 11) Δε σφαλίζω αμμάτι = δεν μπορώ να κοιμηθώ:
        • (Στάθ. Ά 276).
      • 12) Έχω κάπ. σαν τα μάτια μου = αγαπώ πολύ κάπ. και τον φροντίζω:
        • (Κορων., Μπούας 152).
      • 13) Κακύνω το μάτι μου σε κάπ., βλ. κακύνω Β́2.
      • 14) Κλαίω με μαύρα μάτια (συνεκδ.· πβ. τη φρ. χύνω μαύρα δάκρυα, μαύρος 5η) = κλαίω πικρά, θρηνώ:
        • (Ιστ. Βλαχ. 1208).
        • 15) Κάμνω μάτια, βλ. κάμνω Φρ. 65.
        • 16) Να χαρείς τα μάτια σου = (για δήλωση παράκλησης, ευχής· η φρ. και σήμ.):
          • (Φαλιέρ., Ιστ. 549).
        • 17) Ξεφωτίζω τα μάτια μου, βλ. ξεφωτίζω Άβ.
        • 18) Παίζω με το μάτι = κάνω νοήματα, γνέφω:
          • (Ερωτόκρ. Ά 2121).
        • 19) Παίρνει κάπ. το αμμάτι μου = βλέπω κάπ. φευγαλέα:
          • (Φορτουν. Δ́ 35).
        • 20) Στένω το μάτιν σε κάπ. = προσηλώνω το βλέμμα, κοιτάζω επίμονα και απειλητικά:
          • (Πικατ. 21).
        • 21) Φυλάγω (κάπ.) ως γιόν τα 'μμάτια (μου) = υπερασπίζομαι, προστατεύω (κάπ.):
          • (Μαχ. 40827).
        • 22) Χάνω τα μάτια μου = τυφλώνομαι·
          • (εδώ μεταφ.):
            • (Ζήν. Έ 134).

[αρχ. ομμάτιον. Οι τ. αμμάδιν, αμμάτιν, 'μμάτιν, καθώς και τ. 'μμάδιν, και σήμ. κυπρ. Ο πληθ. μάθια και σήμ. ιδιωμ. Ο τ. μάτι στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. αμμάτι στο Βλάχ. Οι τ. μάτιν, ομμάτιν κ.ά. και σήμ. ποντ. Ο τ. ‑ι στο Meursius (‑η)]

[Λεξικό Κριαρά]
ομματίτσι(ν) το· ματίτσι(ν).
  • Ματάκι:
    • Έχεις ματίτσια έμορφα (Ch. pop. 237
    • (μεταφ.):
      • η φυλακή … λουρδίζεται μετά δισσά ματίτσια (Γλυκά, Στ. 241
    • φρ. τρέχουν τα ομματίτσια (μου) = κλαίω:
      • (Αχιλλ. (Smith) N 102)4

[<ομμάτι(ν) + κατάλ. ‑ίτσι(ν). Ο τ. ι και σήμ. ιδιωμ.]

[Λεξικό Κριαρά]
ομματόκλαδο(ν) το· ματόκλαδο(ν).
  • Βλεφαρίδα, ματοτσίνουρο, ματόκλαδο:
    • χώνομαι … εις τα ματόκλαδα γή μέσα 'ς τσι δυο κόρες των ομματιώ (Πανώρ. Έ 50).

[<ουσ. ομμάτι(ν) + κυλάδες αι (<αρχ. κύλα τα) με παρετυμ. επίδρ. του ουσ. κλαδί(ο)ν. Ο τ. ‑δο στο Βλάχ. και σήμ. Τ. αμματόκλαδον στο Βλάχ. και σήμ. κυπρ. Η λ. (‑ον) στο Du Cange (λ. ομμάτη) και σήμ. στον πληθ. ποντ.]

[Λεξικό Κριαρά]
ομματοφρύδι(ν) το· 'ματοφρύδι(ν).
  • Ματόκλαδο:
    • (Συναξ. γαδ. 207).

[<ουσ. ομμάτι(ν) + (ο)φρύδι(ν). Τ. 'ματοφρύδιον και ομματοφρύδιον στο Du Cange (λ. ομμάτη)]

[Λεξικό Κριαρά]
ομματόφρυδο(ν) το· 'ματόφρυδο(ν).
  • Φρύδι:
    • έχεις και τα 'ματόφρυδα μαύρα ωσάν γατάνι (Ch. pop. 814).

[<ουσ. ομμάτι(ν) + (ο)φρύδι(ν). Ο τ. ‑ον στο Du Cange και πληθ. ‑α σήμ. Η λ. στον πληθ. και σήμ. ποντ.]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go