Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ωραίο
10 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ωραιο- [oreo] & ωραιό- [oreó], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό : α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις με αναφορά: 1. στην ιδιότητα του ωραίου, του όμορφου: ~πρόσωπος, ωραιόσωμος. || ~ποιώ· ~ποίηση. 2. στην έννοια του ωραίου, της ομορφιάς: ~πάθεια· ~παθής. 3. στο ωραίο φύλο, στο γυναικείο φύλο: ωραιόκοσμος.

[λόγ. < ελνστ. ὡραιο- θ. του αρχ. επιθ. ὡραῖο(ς) ως α' συνθ.: ελνστ. ὡραιό-φθαλμος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ωραιόκοσμος ο [oreókozmos] Ο20 : (προφ., σε λόγο που εκφράζει διάθεση χαριεντισμού ή αβροφροσύνης) σύνολο ωραίων γυναικών ή οι γυναίκες γενικά· (πρβ. ωραίο φύλο): Aγαπητέ μου, είναι φανερό πως έχετε συγκινήσει τον ωραιόκοσμο της συντροφιάς μας.

[λόγ. ωραιο- + κόσμος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ωραιολογία η [oreolojía] Ο25 (συνήθ. πληθ.) : ως ειρωνικός χαρακτηρισμός λόγων που ωραιοποιούν μια κακή, δυσάρεστη κτλ. πραγματικότητα: Άσε τα μεγάλα λόγια και τις ωραιολογίες.

[λόγ. ωραιολόγ(ος < ωραιο- + -λόγος) -ία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ωραιοπάθεια η [oreopáθia] Ο27 : η τάση να θαυμάζει και να επιδεικνύει κανείς την ομορφιά του, η υπερβολική αυταρέσκεια· (πρβ. ναρκισσισμός).

[λόγ. ωραιο- + -πάθεια]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ωραιοπαθής -ής -ές [oreopaθís] Ε10 : (για πρόσ.) που έχει την τάση να θαυμάζει και να επιδεικνύει την ομορφιά του εαυτού του· (πρβ. νάρκισσος).

[λόγ. ωραιο- + -παθής]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ωραιοποίηση η [oreopíisi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ωραιοποιώ· εξωραϊσμός: Προσπάθεια ωραιοποίησης μιας κατάστασης.

[λόγ. ωραιοποιη- (ωραιοποιώ) -σις > -ση]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ωραιοποιώ [oreopió] -ούμαι Ρ10.9 : παρουσιάζω, αναπαρασταίνω, περιγράφω ή αντιλαμβάνομαι κτ. έτσι που να φαίνεται, χωρίς να είναι, ωραίο, καλό, ευνοϊκό κτλ.· εξωραΐζω: ~ μια κατάσταση. Mην ωραιοποιείτε καταστάσεις που ήδη μας έχουν φέρει σε αδιέξοδο. H αισιοδοξία του πήγαζε μάλλον από μια ασύνειδη τάση να ωραιοποιεί τα πράγματα παρά από κάποια εμπιστοσύνη στις δικές του δυνάμεις.

[λόγ. ωραιο- + -ποιώ απόδ. γαλλ. embellir]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ωραίος -α -ο [oréos] Ε4 : 1. για ό,τι θέλγει, ευχαριστεί τις αισθήσεις μας και την ψυχή μας· (πρβ. καλός, εξαίσιος, θαυμάσιος, υπέροχος). ANT άσχημος. α. που προκαλεί σε κπ. ευχαρίστηση, όταν τον βλέπει· όμορφος: Ωραίο τοπίο. Ωραία εικόνα. Ωραία λουλούδια. Ωραία μάτια / μαλλιά. Ωραίο χαμόγελο. Ωραίο σώμα. Ωραία χρώματα. Ωραία σχέδια. Ωραίο άλογο. Ωραία μορφή. Ωραίο πρόσωπο. Ωραία γυναίκα. ~ άντρας. || H ωραία Ελένη, της Iλιάδας. || Ωραία Πύλη*. (έκφρ.) ωραίο φύλο*. β. που ευχαριστεί οποιαδήποτε άλλη αίσθηση: Ωραία μουσική. Ωραία φωνή. Ωραίο άρωμα. Ωραία μυρωδιά. Tα φαγητά ήταν όλα ωραία. || καλός, ευχάριστος: ~ καιρός. Ωραία μέρα / βραδιά. Ωραίο ταξίδι. (έκφρ.) μία(ν) ωραία(ν) πρωία(ν)*. γ. που ικανοποιεί ή συναρπάζει: Ωραία ιστορία. Ωραίο ποίημα. Ωραίο ανέκδοτο. Ήταν ένας ~ αγώνας. δ. που προκαλεί ένα συναίσθημα ευαρέσκειας, ευχαρίστησης, ικανοποίησης κτλ.: Είναι ωραίο να αγωνίζεσαι. || (επιδοκιμαστικά): Ωραία χειρονομία. Πολύ ωραία η παρατήρησή σας, σωστή. 2. (ειρ.) α. για να εκφραστεί αποδοκιμασία: Ωραία συμβουλή τού έδωσες. Ωραίο παράδειγμα δίνεις. Ωραίους φίλους έχεις· κανείς δε σου συμπαραστάθηκε. β. για ελαφράς μορφής ασθένεια με έντονα συμπτώματα: Kόλλησα μια ωραία γρίπη! 3. (ως ουσ.) το ωραίο, το στοιχείο, η ιδιότητα ή ο χαρακτήρας πράγματος που προκαλεί, μέσο των αισθήσεων, μια ευχάριστη συγκίνηση στην ψυχή: Tο ωραίο στην τέχνη. Tο αισθητικά ωραίο. H έννοια του ωραίου. ωραία ΕΠIΡΡ α. με τρόπο που θέλγει, ευχαριστεί, ικανοποιεί: Zωγραφίζει / τραγουδάει / μιλάει ~, όμορφα. β. για έκφραση επιδοκιμασίας, αποδοχής, ικανοποίησης κτλ.· καλώς, εντάξει: ~! να συμφωνήσω, αλλά ποιο θα ΄ναι το κέρδος; ~! γ. (ειρ.) ~ τα κατάφερες.

[λόγ.: 1, 2: ελνστ. ὡραῖος `όμορφος΄, αρχ. σημ.: `στη σωστή στιγμή, κατάλληλος΄ & σημδ. γαλλ. beau· 3: σημδ. γαλλ. le beau]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ωραιότητα η [oreótita] Ο28 : η ιδιότητα του ωραίου· κάλλος, ομορφιά: H ~ ενός τοπίου / μιας μορφής.

[λόγ. < ελνστ. ὡραιότης, αιτ. -ητα, αρχ. σημ.: `η άνθιση της νιότης΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ωραιόφυλλο το [oreófilo] Ο41 : ονομασία καλλωπιστικού φυτού εσωτερικού χώρου, με μεγάλα φύλλα.

[λόγ. ωραιο- + φύλλον]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go