Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: χάραξη
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χάραξη η [xáraksi] Ο33 : 1α.η αποτύπωση γραμμών ή σχημάτων με αιχμη ρό όργανο επάνω σε μια σκληρή επιφάνεια· χάραγμα: H ~ του ονόματος στο χρυσό σταυρό. β. σχεδίαση: ~ γωνιών / καμπύλων γραμμών. 2α. σημάδεμα (επάνω στο έδαφος) του άξονα ενός τεχνικού έργου: ~ ενός δρόμου / μιας σιδηροδρομικής γραμμής, στο χάρτη ή στο έδαφος. ~ μιας αμυντικής τάφρου. β. (μτφ.) σχεδιασμός της τακτικής που πρέπει να ακολουθήσουμε: H ~ εθνικής / εξωτερικής πολιτικής. H ~ κοινής γραμμής / πορείας.

[λόγ.: 1: ελνστ. χάραξις (-σις > -ση)· 2: σημδ. γαλλ. tracement]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go