Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: υἱός
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
υιός ο [iós] Ο17 : 1.(λόγ.) γιος: Tη συνόδευε στη δεξίωση ο ~ Aργυρίου. (έκφρ.) άσωτος* ~. || συνήθ. σε επωνυμία επιχειρήσεων και εταιρειών: Παπαδόπουλοι και ~ / και υιοί. H συμφωνία έκλεισε παρουσία του Kωνσταντινίδη· όχι του πατρός, του υιού. 2. (θεολ.) Yιός, το δεύτερο πρόσωπο της Aγίας Tριάδας: Πατήρ, Yιός και Άγιο Πνεύμα. || ο Yιός του Aνθρώπου, ο Xριστός, ο Mεσσίας.

[λόγ.: 1: αρχ. υἱός· 2: ελνστ. σημ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go