Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: τόκος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τόκος ο [tókos] Ο18 : η αποζημίωση σε χρήμα την οποία είναι υποχρεωμένος να δώσει ο οφειλέτης στο δανειστή για το δάνειο που πήρε: Nόμιμος / τραπεζικός / εμπορικός / σύνθετος / προεξοφλητικός ~. ~ υπερημερίας. Mε τους τόκους το κεφάλαιο διπλασιάστηκε σε πέντε χρόνια. Προβλήματα τόκου, για να υπολογίσουμε τον τόκο που αντιστοιχεί σε ένα κεφάλαιο. || επιτόκιο: Δανείστηκε με τόκο 10%.

[αρχ. τόκος (αρχική σημ.: `γέννα΄)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τοκόσημο το [tokósimo] Ο40 : ειδικό ένσημο για την είσπραξη του φόρου ο οποίος αντιστοιχεί σε τόκους από ομολογίες, μετοχές κτλ.

[λόγ. τόκ(ος) -ο- + -σημον]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go