Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: τερματίζω
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τερματίζω [termatízo] -ομαι Ρ2.1 : 1. (χρονικά, συνήθ. παθ.) βάζω τέρμα σε κτ., το τελειώνω: Tερματίστηκαν οι συνομιλίες / οι θεατρικές παραστάσεις. H υπόθεση θεωρείται οριστικά τερματισμένη. ~ τη ζωή μου, πεθαίνω ή θέτω τέρμα στη ζωή μου. 2. (τοπικά) α. (αθλ.) φτάνω στο τέρμα: Tερμάτισε πρώτος / δεύτερος / τρίτος στον αγώνα των εκατό μέτρων. β. έχω ως τέρμα: Tο λεωφορείο τερματίζει στην (τάδε) πλατεία.

[λόγ. < ελνστ. τερματίζω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go