Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: τελαμών
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τελαμώνα η [telamóna] Ο26 : (προφ., στρατ.) τελαμώναςα.

[< τελαμώνας μεταπλ. σε θηλ. με βάση την ομόηχη αιτ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τελαμώνας ο [telamónas] Ο2 : α. (στρατ.) υφασμάτινη θήκη που κρεμιέται στον ώμο και στην οποία περιέχονται οι φυσιγγιοθήκες. β. ιμάντας από όπου παλαιότερα κρεμούσαν το ξίφος, το σπαθί ή και την ασπίδα.

[λόγ. < αρχ. τελαμών, αιτ. -ῶνα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go