Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σχήμα
9 items total [1 - 9]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σχήμα 1 το [sxíma] Ο48 : 1α.η εξωτερική μορφή ενός σώματος, όπως αποδίδεται με το σύνολο των γραμμών του περιγράμματός του: ~ συμμετρικό / ασύμμετρο. Ωοειδές ~ προσώπου. Δύο αντικείμενα με ίδιο ~ αλλά με διαφορετικές διαστάσεις. Nαός σε ~ σταυρού / γραφείο σε ~ πι, που η βασική τους διάταξη μοιάζει με τα παραπάνω σχήματα. Εγκάρσιο ~ του εμβρύου, έμβρυο που έχει εγκάρσια θέση ως προς τον επιμήκη άξονα της μήτρας. β. (γεωμ.) β1. τμήμα επιφάνειας που εξετάζεται ως προς τη μορ φή της περιμέτρου: Επίπεδα σχήματα είναι ο κύκλος, το τρίγωνο κτλ. β2. στερεό σώμα που εξετάζεται ως προς τη μορφή της εξωτερικής επιφάνειάς του: Στερεά σχήματα είναι ο κύβος, ο κύλινδρος κτλ. γ. γραμμική παράσταση, σχέδιο: Ο πρωτόγονος άνθρωπος χάραζε στους βράχους διάφορα σχήματα. δ. (τυπ.) οι τυποποιημένες διαστάσεις ενός εντύπου, που αντιστοιχούν στον τρόπο με τον οποίο έχει διπλωθεί το φύλλο του τυπογραφικού χαρτιού: ~ όγδοο / δέκατο έκτο κτλ. || το μέγεθος ενός βιβλίου ως προς το ύψος και το πλάτος του: Bιβλίο μικρού σχήματος / σε ~ τσέπης*. 2. συνδυασμός και τυπική διάταξη των στοιχείων ενός συνόλου. α. συνεργασία δύο ή περισσότερων ατόμων με καθορισμένη και σταθερή σχέ ση: Nέα πολιτικά σχήματα θα προκύψουν μετά τις εκλογές. Θεατρικά σχή ματα. β. σύστημα ή θεωρία που αναφέρεται κυρίως στον πολιτικό, κοινωνικό ή πολιτιστικό τομέα: Aνανέωση των παλαιών ιδεολογικών σχημάτων. H υιοθέτηση του σχήματος πλουτοκρατία - εργατική τάξη, καθαρεύουσα - δημοτική, οδήγησε σε εσφαλμένη αντιμετώπιση του γλωσσικού ζητήματος. γ. (λογ.) ~ συλλογισμού, καθεμιά από τις μορφές που μπορεί να πάρει ένας συλλογισμός, ανάλογα με τις θέσεις που κατέχει ο μέσος όρος, ως υποκείμενο ή ως κατηγόρημα, μέσα στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση. 3. (γραμμ.) ~ λόγου, καθεμιά από τις αποκλίσεις που παρουσιάζει ο γραπτός ή προφορικός λόγος σχετικά με την κανονική σειρά ή με τη γραμματική συμφωνία των λέξεων, με την πληρότητα του λόγου ή με τη σημασία λέξεων ή φράσεων, όπως π.χ. το υπερβατό σχήμα, το σχήμα κατά το νοούμενο, το σχήμα παραλληλίας, το σχήμα κατ΄ εξοχήν κτλ. || (έκφρ.) (είναι) ~ λόγου, όταν χρησιμοποιούμε κυρίως το σχήμα υπερβολής ή το σχήμα μεταφοράς, για να δώσουμε έμφαση στο λόγο μας: Δεν έχω παπούτσια να φορέσω, ~ λόγου δηλαδή.

[λόγ.: 1, 3: αρχ. σχῆμα (1γ: σημδ. ιταλ. formato ή γερμ. Format)· 2: σημδ. γαλλ. forme]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σχήμα 2 το : (εκκλ.) 1. είδος επιτραχηλίου και με επέκταση, το ράσο: Περιβλήθηκε το ιερατικό / το μοναχικό / το αγγελικό* ~. 2. η ιδιότητα του κληρικού ή του μοναχού: Σεβασμός στο ~. Iερέας που τιμά το ~ του.

[λόγ. < μσν. σχήμα (στη σημερ. σημ.) < αρχ. σχῆμα (δες σχήμα 1)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σχηματίζω [sximatízo] -ομαι Ρ2.1 : 1α.δίνω σχήμα σε κτ., δίνω σε μια άμορφη μάζα ή σε μεμονωμένα στοιχεία την επιθυμητή ή την οριστική μορφή: ~ ένα σωρό με άμμο / με πέτρες. ~ τον αριθμό εκατόν είκοσι ένα. Στον ουρανό σχηματίστηκαν σύννεφα. || για κτ. που παίρνει ένα συγκεκριμένο σχήμα: Tα νερά της βροχής σχημάτισαν μικρές λίμνες. Οι ήχοι σχηματίζουν φθόγγους. Οι λέξεις σχηματίζουν προτάσεις. || (παθ.) παίρνω την οριστική μορφή μου, που είναι αποτέλεσμα μιας εξελικτικής διαδικασίας: Tα όργανα του εμβρύου σχηματίζονται στα διάφορα στάδια της κύησης. Δεν έχει σχηματιστεί ακόμη / δεν είναι σχηματισμένη, για κορίτσι που δεν έχει αποκτήσει ακόμη τα εξωτερικά γυναικεία χαρακτηριστικά. Tα στρώματα του φλοιού της γης σχηματίστηκαν σε διάφορες γεωλογικές εποχές. || (μτφ.): ~ τη γνώμη / την πεποίθηση, συνδυάζω και αξιολογώ δεδομένα και καταλήγω σε κάποια άποψη. β. σχεδιάζω ένα σχήμα: ~ στον πίνακα ένα τετράγωνο. || τοποθετώ, διατάσσω πρόσωπα ή πράγματα έτσι ώστε να τους δώσω κάποιο σχήμα: Tα παιδιά πιάστηκαν από τα χέρια και σχημάτισαν κύκλο. || ~ έναν αριθμό στο τηλέφωνο, επιλέγω έναν αριθμό στην τηλεφωνική συσκευή. γ. (γραμμ.) δημιουργώ ένα νέο τύπο με την προσθήκη σε μια ρίζα καταλήξεων ή προθημάτων: Mερικά ρήματα δε σχηματίζουν παθητική φωνή. δ. δημιουργώ κτ. εκ του μηδενός: Mε τη δουλειά του σχημάτισε μεγάλη περιουσία. 2. συγκεντρώνω μεμονωμένα άτομα και δημιουργώ ένα οργανωμένο σύνολο: Ο Mέγας Aλέξανδρος σχημάτισε έναν ισχυρό στρατό. Σχηματίστηκε ομάδα εθελοντών / ένας κύκλος φιλικών προσώπων.

[λόγ.: 1: αρχ. σχηματίζω (παθ.: & σημδ. γαλλ. se former)· 2: σημδ. γαλλ. former]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σχηματικός -ή -ό [sximatikós] Ε1 : 1.που απεικονίζεται με τη βοήθεια ενός γεωμετρικού σχήματος: Σχηματική παράσταση. 2. (μτφ.) που παρουσιάζεται με τρόπο γενικό, με τα κύρια χαρακτηριστικά στοιχεία του και χωρίς λεπτομέρειες: Περιορίστηκε σε μια σχηματική έκθεση των σύγχρονων παιδαγωγικών αντιλήψεων. || (μειωτ.) που παρουσιάζεται με υπεραπλουστευτικό τρόπο: Οι σχηματικές γενικεύσεις δίνουν μιαν εσφαλμένη εικόνα της πραγματικότητας. σχηματικά ΕΠIΡΡ: Zωγραφίζω / παρουσιάζω κτ. ~.

[λόγ. < γαλλ. schématique < λατ. schema < αρχ. σχηματ- (σχῆμα) -ique = -ικός (διαφ. το ελνστ. σχηματικός `που αναφέρεται στις φάσεις της σελήνης΄)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σχηματικότητα η [sximatikótita] Ο28 : η ιδιότητα του σχηματικού.

[λόγ. σχηματικ(ός) -ότης > -ότητα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σχημάτισμα το [sximátizma] Ο49 : σχηματισμός.

[λόγ. σχηματισ- (σχηματίζω) -μα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σχηματισμός ο [sximatismós] Ο17 : ο τρόπος με τον οποίο σχηματίζεται ή έχει σχηματιστεί κτ. 1α. συσσώρευση ή ανακατανομή υλικών στοιχείων τα οποία παίρνουν μια νέα μορφή: Ο ~ κρατήρων στην επιφάνεια του εδάφους. Ο ~ κηλίδων στο δέρμα / ρωγμών σε ένα κτίριο. Ο ~ του εμβρύου. β. το αποτέλεσμα του σχηματισμού, η εξωτερική μορφή ενός υλικού σώματος: Γεωλογικοί / τριχοειδείς σχηματισμοί. γ. (γραμμ.) η δημιουργία νέου γραμματικού τύπου από μία κοινή ρίζα: Ο ~ του αορίστου του ρήματος “γράφω”. 2. η σύμφωνα με ορισμένους τύπους διάταξη: α. των ανδρών ενός στρατιωτικού τμήματος: ~ πορείας / εφόδου. β. των πολεμικών πλοίων ή αεροσκαφών: Tα αεροπλάνα πετούσαν σε ωραίους σχηματισμούς. 3. (στρατ.) μεγάλη μονάδα του στρατού που αποτελείται από μονάδες διάφορων όπλων και σωμάτων και έχει διοικητική αυτοτέλεια (όπως η ταξιαρχία, η μεραρχία, το σώμα στρατού). 4. η συγκρότηση ομάδας ατόμων σε ένα ενιαίο λειτουργικό σύνολο: Ο πρωθυπουργός θα αναλάβει το σχηματισμό της νέας κυβέρνησης. Ο ~ ένοπλων ομάδων.

[λόγ.: 1α, β: αρχ. σχηματισμός `διαμόρφωση΄ σημδ. γαλλ. formation· 1γ, 2: ελνστ. σημ. & σημδ. γαλλ. formation· 3, 4: σημδ. γαλλ. formation]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σχηματοποίηση η [sximatopíisi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σχηματοποιώ.

[λόγ. σχηματοποιη- (σχηματοποιώ) -σις > -ση]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σχηματοποιώ [simatopió] -ούμαι Ρ10.9 : 1.παριστάνω, απεικονίζω κτ. σχηματικά με απλές γραμμές. 2. παρουσιάζω, εκθέτω μια κατάσταση με απλουστευτικό τρόπο, τονίζοντας μόνο τα ουσιώδη στοιχεία. || (μειωτ.) υπεραπλουστεύω.

[λόγ. < ελνστ. σχηματοποιῶ `δίνω μορφή΄ σημδ. γαλλ. schématiser (σχῆμα)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go