Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: συναρμογή
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
συναρμογή η [sinarmojí] Ο29 : η ενέργεια του συναρμόζω· (πρβ. συναρμολόγηση): H ~ των μεταλλικών κομματιών μιας κατασκευής. || το σημείο όπου συναρμόζονται δύο στοιχεία.

[λόγ. < ελνστ. συναρμογή `συνδυασμός΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go