Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: συλλογίζομαι
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
συλλογίζομαι [silojízome] Ρ2.1β : ΣYN σκέπτομαι. 1. φέρνω στη μνήμη μου καταστάσεις ή γεγονότα του παρελθόντος· αναλογίζομαι: Όταν ~ τα χρόνια που πέρασαν, μελαγχολώ. 2. στρέφω την προσοχή μου και το ενδιαφέρον μου σε κπ. ή σε κτ., τον υπολογίζω, τον λογαριάζω: Πολύ σε ~ και λυπάμαι που δεν μπορώ να σε βοηθήσω. Συλλογίσου τις ευθύνες σου / τα παιδιά σου, αναλογίσου. 3. (μππ.) για κπ. που είναι σκεφτικός: Kαθόταν αμίλητος και συλλογισμένος. || Συλλογισμένο βλέμμα / ύφος.

[αρχ. συλλογίζομαι]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go