Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σταχτής
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σταχτής -ιά -ί [staxtís] Ε8 & σταχτί [staxtí] Ε (άκλ.) : (οικ.) που έχει γκρι, γκρίζο χρώμα: Ο ποντικός είναι ~. Σταχτί κουβέρτα. || (ως ουσ.) το σταχτί, για χρώμα: Tο σταχτί είναι χρώμα μουντό.

[στάχτ(η) -ής· στάχτ(η) -ί 4]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go