Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σαρκοφάγος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σαρκοφάγος η [sarkofáγos] Ο35 : μαρμάρινη, λίθινη ή πήλινη λάρνακα, συνήθ. μεγαλοπρεπής και με γλυπτή ή ζωγραφική διακόσμηση, μέσα στην οποία οι αρχαίοι τοποθετούσαν τους νεκρούς: Ετρουσκική / ρωμαϊκή / χριστιανική ~.

[λόγ. < ελνστ. σαρκοφάγος ουσιαστικοπ. θηλ. του αρχ. επιθ. σαρκοφάγος (με βάση τη σημ.: `ασβεστόλιθος όπου λιώνουν γρήγορα τα πτώματα΄)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σαρκοφάγος -ος / -α -ο [sarkofáγos] Ε14 : για ζώο που τρέφεται με σάρκες: Σαρκοφάγα ζώα και ως ουσ. τα σαρκοφάγα, τάξη θηλαστικών. || Σαρκοφάγα φυτά, που συλλαμβάνουν μικρά έντομα με τα οποία τρέφονται.

[λόγ. < αρχ. σαρκοφάγος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go