Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πόλις
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πόλισμαν ο [pólizman] Ο (άκλ.) πληθ. πολισμάνοι & πολισμάνος ο [poli zmános] Ο18 & πόλιτσμαν ο [pólitsman] Ο (άκλ.) πληθ. πολιτσμάνοι & πολιτσμάνος ο [politsmános] Ο18 : (προφ., παρωχ.) αστυφύλακας, αστυνομικός.

[λόγ. < αγγλ. policeman· γαλλ. policeman (< αγγλ. policeman) -ος· -τσ-: ίσως επίδρ. ιταλ. polizia `αστυνομία΄ (< αγγλ. police) πολιτεία `πολιτική διοίκηση΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πολίστας ο [polístas] Ο3 θηλ. πολίστρια [polístria] Ο27 : (αθλ.) παίκτης του πόλο, της υδατοσφαίρισης.

[πόλ(ο) 1 -ίστας· λόγ. πολίσ(τας) -τρια]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go