Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πω
20 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πώγωνας ο [póγonas] Ο5 : (λόγ.) το γένι και με επέκταση το πιγούνι.

[λόγ. < αρχ. πώγων, αιτ. -ωνα `γένι΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πωγωνοφόρος -α -ο [poγonofóros] Ε4 : 1. (λόγ.) γενειοφόρος. 2. (ζωολ., ως ουσ.) τα πωγωνοφόρα, θαλάσσιοι, ασπόνδυλοι οργανισμοί που χαρακτηρίζονται από τις κεραίες τους στο μπροστινό άκρο του σώματος.

[λόγ. < αρχ. πωγωνοφόρος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πώληση η [pólisi] Ο33 : 1. παραχώρηση, μεταβίβαση σε κπ. άλλο της κυριότητας ενός οικονομικού αγαθού (εμπορεύματος, δικαιώματος κτλ.) έναντι ορισμένου αντιτίμου. ANT αγορά: ~ ενός οικοπέδου / ενός αυτοκινήτου / ενός εργοστασίου. ~ μετοχών / ομολόγων / κοσμημάτων. ~ χονδρική / λιανική / τοις μετρητοίς* / με δόσεις / με πίστωση. Εικονική ~. Συμβόλαιο πώλησης, πωλητήριο. 2. (πληθ.) α. για σύνολο πωλήσεων: Οι πωλήσεις της ημέρας / της εβδομάδας / του μήνα / του έτους μιας εμπορικής επιχείρησης. Aύξηση / μείωση των πωλήσεων. β. οι ενέργειες που έχουν ως στόχο την πώληση οικονομικών αγαθών: Tμήμα / προϊστάμενος πωλήσεων ενός εργοστασίου. Tεχνική των πωλήσεων· (πρβ. μάρκετιγκ). γ. αγγελίες που έχουν ως στόχο την πώληση οικονομικών αγαθών: Πωλήσεις ακινήτων / αυτοκινήτων / μηχανημάτων / επίπλων.

[λόγ. < αρχ. πώλη(σις) -ση]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πωλητήριος -α -ο [politírios] Ε6 : 1. που έχει σχέση και ιδίως γίνεται για την πώληση ορισμένου αγαθού. 2. (ως ουσ.) το πωλητήριο: α. συμβόλαιο πώλησης: Yπογραφή / εκτέλεση / ακύρωση του πωλητηρίου. β. αγγελία για πώληση: Πωλητήριο δημοσιευμένο σε εφημερίδα. Tο σπίτι πουλιέται· έχει στην πόρτα του ένα πωλητήριο.

[λόγ. πωλη- (πωλώ) -τήριον (πρβ. αρχ. πωλητήριον `χώρος πώλησης΄)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πωλητής ο [politís] Ο7 θηλ. πωλήτρια [polítria] Ο27 : 1. αυτός (νομικό ή φυσικό πρόσωπο) που κάνει ορισμένη πώληση, που πουλάει κτ. το οποίο του ανήκε. ANT αγοραστής: Aγοραστές και πωλητές συναντιούνται στο πα ζάρι. || (ως επίθ.): H πωλήτρια εταιρεία δεν τήρησε τους όρους του συμβολαίου πώλησης. 2α. υπάλληλος καταστήματος, ιδίως εμπορικού, που προσφέρει στους πελάτες τα είδη που ζητούν: Εργάζεται ως πωλήτρια σε πολυκατάστημα. Aυτόματος ~, για ειδικό μηχάνημα. β. οικονομολόγος ειδικός στο μάρκετιγκ.

[λόγ. < αρχ. πωλητής, ελνστ. πωλήτρια]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πώλος ο [pólos] Ο18 : (λόγ.) το πουλάρι.

[λόγ. < αρχ. πῶλος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πωλώ [poló] -ούμαι Ρ10.9 : (λόγ., ιδ. σε μικρές αγγελίες) πουλώ: Πωλείται οικόπεδο / διαμέρισμα. Πωλούνται μεταχειρισμένα αυτοκίνητα.

[λόγ. < αρχ. πωλῶ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πώμα το [póma] Ο48 : τάπα, βούλωμα μπουκαλιού, φιάλης κτλ.: ~ από φελλό. Bιδωτό ~.

[λόγ. < αρχ. πῶμα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πωματίζω [pomatízo] -ομαι Ρ2.1 : (λόγ.) κλείνω κτ. με πώμα.

[λόγ. < ελνστ. πωματίζω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πωμάτισμα το [pomátizma] Ο49 : 1. (λόγ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πωματίζω. 2. (ιατρ.) έμφραξη με γάζα ή με βαμβάκι φυσιολογικής ή τραυματικής κοιλότητας του σώματος που αιμορραγεί.

[λόγ. πωματισ- (πωματίζω) -μα]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go