Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: προπορεύομαι
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προπορεύομαι [proporévome] Ρ5.1β : 1. βαδίζω, προχωρώ μπροστά από τους άλλους, προηγούμαι. ANT έπομαι, ακολουθώ: Προπορεύονταν τα αυτοκίνητα των επισήμων και ακολουθούσαν τα άλλα. Οι προπορευόμενοι σταμάτησαν για να τους φτάσουν και οι άλλοι. 2. (μτφ.) κατέχω την πρώτη θέση, υπερέχω, προηγούμαι: Προπορεύεται στην καταμέτρηση των ψήφων ο κυβερνητικός υποψήφιος και ακολουθεί με αρκετή διαφορά ο υποψήφιος της αντιπολίτευσης.

[λόγ. < ελνστ. προπορεύομαι]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go