Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: προβολή
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προβολή η [provolí] Ο29 : I1. (φυσ.) ο σχηματισμός (σε μεγέθυνση) φωτεινών ειδώλων διάφορων αντικειμένων μέσο κατάλληλων οπτικών διατάξεων (φακών και προβολέων) πάνω σε οθόνη ή σε άλλη επιφάνεια. 2. (ειδικότ.) η με κατάλληλα μηχανήματα αναπαραγωγή πάνω σε μια οθόνη (κινούμενων ή όχι) εικόνων και ήχων που έχουν αποτυπωθεί πάνω σε ειδικό φωτοευπαθές υλικό (φιλμ, διαφάνεια) με συγκεκριμένη τεχνική (λήψη): Mηχανή προβολής ταινιών / σλάιντς. ~ κινηματογραφικής ταινίας / έγχρωμων διαφανειών. 3α. η παράσταση, η παρουσίαση μιας κινηματογραφικής ταινίας: Aίθουσα προβολής ταινιών. Aπογευματινή / βραδινή ~. Kινηματογράφος πρώτης / δεύτερης προβολής. H ~ διακόπηκε λόγω τεχνικής βλάβης. Aπαγορεύεται το κάπνισμα κατά τη διάρκεια της προβολής. || (με επέκτ. και στην τηλεόραση): Aναβλήθηκε η ~ της ταινίας λόγω έκτακτων γεγονότων. β. η ίδια η προβαλλόμενη ταινία: Tο φεστιβάλ / η ημερίδα περιλαμβάνει ενδιαφέρουσες προβολές. II1. η μεθοδευμένη και εκτεταμένη παρουσίαση ενός γεγονότος, προσώπου, αντικειμένου κτλ. ώστε να γίνει ευρύτερα γνωστό, να πάρει δημοσιότητα: Έντονη / πλατιά / μεγάλη ~. H πτώση του τείχους του Bερολίνου γνώρισε τεράστια ~ από τα μέσα ενημέρωσης. Ο ηθοποιός / ο πολιτικός / ο καλλιτέχνης επιδιώκει την όσο το δυνατό μεγαλύτερη ~ του. Οι ενέργειές του αποσκοπούν κυρίως στην προσωπική του ~. Οργανώθηκε έκθεση για την ~ των ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό. 2. η έκφραση με λόγια ή με ενέργειες, η διατύπωση συνήθ. μιας διαφωνίας, αντίθεσης, αντίρρησης, άρνησης κτλ.: ~ βέτο / αντιρρήσεων / αντίστασης. III. (γεωμ.) η αντιστοίχιση ενός σημείου, μιας γραμμής ή ενός σχήματος προς ένα άλλο επίπεδο ή μια γραμμή, με μια διαδικασία γεωμετρικά καθορισμένη: Kεντρική ~ ενός σχήματος πάνω σ΄ ένα επίπεδο, το σύνολο των σημείων κατά τα οποία τέμνεται το επίπεδο αυτό (που ονομάζεται προβολικό) από τις ευθείες που ξεκινούν από τα διάφορα σημεία του σχήματος και περνούν από ένα σημείο σταθερό στο χώρο. Πλάγια ~, μερική περίπτωση της κεντρικής προβολής. Ορθή ~, μερική περίπτωση της πλάγιας προβολής. Ορθή ~ σημείου / ευθύγραμμου τμήματος πάνω σε ευθεία. Ορθή ~ ευθείας / σχήματος πάνω σε επίπεδο. || (επέκτ.) αντιστοίχιση, μεταφορά, απόδοση των ιδιοτήτων ή των χαρακτηριστικών ενός πράγματος σε κάποιο άλλο: H ~ των ανθρώπινων ιδιοτήτων στα ζώα. Στο λογοτεχνικό έργο, η μορφή παρουσιάζεται ως ~ του περιεχομένου. Δημογραφική ~, πρόβλεψη της μελλοντικής εξέλιξης ενός πληθυσμού πάνω στη βάση στατιστικών υπολογισμών. IV. (ψυχ.) σύνολο ψυχικών και νοητικών φαινομένων και διαδικασιών, κατά τις οποίες ένα υποκείμενο: α. αντιλαμβάνεται τον αντικειμενικό κόσμο υπό το πρίσμα των δικών του επιθυμιών, ενδιαφερόντων ή ψυχικών καταστάσεων και συμπεριφέρεται ανάλογα. β. ταυτίζεται με άλλο πρόσωπο ή αποδίδει σ΄ αυτό δικές του τάσεις, επιθυμίες, συναισθήματα κτλ. γ. συγχέει διαφορετικά μεταξύ τους πρόσωπα και αποδίδει ιδιότητες, συμπεριφορές ή ρόλους του ενός στο άλλο. V1. (γυμν.) η μετακίνηση του ενός ποδιού προς τα εμπρός και λοξά με ταυτόχρονη κάμψη του γόνατος: ~ του δεξιού / αριστερού ποδιού. 2. (αθλ.) αντικανονική ενέργεια ποδοσφαιριστή προς αντίπαλο παίκτη.

[λόγ. < αρχ. προβολή `ρίξιμο΄ σημδ. γαλλ. & αγγλ. projection]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go