Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πορεία
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πορεία η [poría] Ο25 : 1α. η διάνυση μιας απόστασης με τα πόδια, το περπάτημα, η οδοιπορία: Σύντομη / πολύωρη / κοπιαστική / εξαντλητική ~. Έφτασαν στον προορισμό τους ύστερα από ~ δύο ημερών. H ~ κάτω από τον ήλιο ήταν ιδιαίτερα κουραστική. || (στρατ.) φύλλο πορείας, ατομικό έγγραφο με το οποίο δίνεται η εντολή ή η άδεια σε στρατιωτικό να μετακινηθεί σε άλλο τόπο: Ομαδικό / ατομικό φύλλο πορείας. Ο στρατιώ της πήρε φύλλο πορείας για τον Έβρο. β. η διάνυση μιας απόστασης από πλήθος, από ομάδα ανθρώπων για κπ. σκοπό: ~ ειρήνης / διαμαρτυρίας. H ~ για την επέτειο του Πολυτεχνείου. || συνεκδοχικά, το πλήθος που πορεύεται: H κεφαλή / το τέλος / η ουρά της πορείας. γ. (στρατ.) η οδοιπορία, η κίνηση συντεταγμένων ομάδων και κυρίως στρατιωτικών τμημάτων: H άσκηση περιλαμβάνει και πορεία δέκα χιλιομέτρων. ~ προς το μέτωπο. 2α. η κατεύθυνση προς την οποία κινείται κάποιος ή κτ.: Tο όχημα ξέφυγε από την ~ του και ανατράπηκε. Tο σώμα ενός παίκτη παρεμβλήθηκε και άλλαξε την ~ της μπάλας. Aλλαγή πορείας. Yποχρεωτική ~ προς τα δεξιά. Δείκτες / τόξα πορείας (οχήματος), τα φλας. Φώτα πορείας (οχήματος), η μεσαία σκάλα (που χρησιμοποιείται κυρίως κατά τη νυχτερινή κίνηση μέσα στην πόλη). β. η σχεδιασμένη κατεύθυνση που ακολουθεί ένα πλοίο, αεροσκάφος κτλ.: Ο πλοίαρχος χαράζει την ~ του πλοίου στο χάρτη. Ο πιλότος υποχρεώθηκε να αλλάξει την ~ του αεροπλάνου. Kρατώ σταθερή ~. Παρεκκλίνω από την ~ μου. γ. η κίνηση προς μια κατεύθυνση, η διαδρομή: Στην ~ του αυτοκινήτου βρέθηκε ένα σκυλί. H ~ του βλήματος, η τροχιά. 3. (μτφ.) α. η βαθμιαία εξέλιξη μιας κατάστασης, μιας διαδικασίας: Ομαλή / αντίστροφη / αντίθετη / εξελικτι κή / ανοδική / καθοδική ~. H ~ της οικονομίας / της ανάκρισης / της δίκης / της υγείας / της θεραπείας / της αρρώστιας / των γεγονότων / των διαπραγματεύσεων. Διαφωνίες παρουσιάστηκαν κατά την ~ των συζητήσεων. Ό,τι προβλήματα παρουσιαστούν θα αντιμετωπιστούν στην ~. β. η (σχεδιασμένη) κίνηση, η εξέλιξη, η διαδικασία προς μια κατεύθυνση, προς ένα στόχο: Aκολουθώ / χαράζω / αλλάζω / μεταβάλλω ~. H Ευρώ πη βρίσκεται στην ~ προς την ενοποίησή της. Οι νέες συνθήκες επιβάλλουν την αλλαγή πορείας στην εξωτερική πολιτική. H ~ προς το σοσιαλισμό. Πρέπει να καθοριστεί με ακρίβεια η παραπέρα ~. γ. η διαδρομή: H ~ του συγγραφέα στα ελληνικά γράμματα υπήρξε λαμπρή. H μακρά ~ των Ελλήνων μέσα στην ιστορία.

[λόγ. < αρχ. πορεία]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go