Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πολυμαθής
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πολυμαθής -ής -ές [polimaθís] Ε10 : που απέκτησε και κατέχει πολλές γνώσεις· (πρβ. ευρυμαθής): Όποιος είναι φιλομαθής, είναι και ~.

[λόγ. < αρχ. πολυμαθής]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go