Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πολλαπλάσιος
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πολλαπλάσιος -α -ο [polaplásios] Ε6 : 1. που είναι πολύ μεγαλύτερος ή περισσότερος (σε μέγεθος, ποσότητα, αριθμό) από κπ. άλλο: Οι επιτιθέμενοι διέθεταν πολλαπλάσιες δυνάμεις από τις δικές μας. Tο μέγεθός του είναι πολλαπλάσιο από το κανονικό. || (μαθημ.) ~ αριθμός, που προκύπτει από άλλον με πολλαπλασιασμό. 2. (ως ουσ.) α. (μαθημ.) το πολλαπλάσιο, ο αριθμός που προκύπτει από άλλον με πολλαπλασιασμό. ANT υποπολλαπλάσιο: Οι αριθμοί 20, 50, 100, 1000 είναι πολλαπλάσια του (αριθμού) 10. || Kοινό πολλαπλάσιο πολλών αριθμών, ο αριθμός που είναι συγχρόνως πολλαπλάσιο όλων αυτών των αριθμών. Ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο πολλών αριθμών, το μικρότερο από τα κοινά πολλαπλάσια αυτών των αριθμών. β. (έκφρ.) στο πολλαπλάσιο, σε πολύ μεγαλύτερη ποσότητα, αριθμό, μέγεθος: Tου ανταπέδωσε τη χάρη / την εξυπηρέτηση στο πολλαπλάσιο. πολλαπλάσια ΕΠIΡΡ.

[λόγ.: 1: αρχ. πολλαπλάσιος· 2: σημδ. γαλλ. multiple]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go