Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πλάνη
7 items total [1 - 7]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πλάνη 1 η [pláni] Ο30 : α. εσφαλμένη, λανθασμένη κρίση, γνώμη, αντίληψη· σφάλμα, λάθος: Bρίσκομαι / πέφτω σε ~. β. (νομ.) Δικαστική ~, εσφαλμένη, άδικη δικαστική απόφαση: Yπήρξε θύμα δικαστικής πλάνης. Πραγματική / νομική / (μη) ουσιώδης ~.

[α: αρχ. πλάνη· β: λόγ. σημδ. γαλλ. erreur judiciaire]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πλάνη 2 η : εργαλείο ή μηχάνημα που χρησιμοποιείται για τη λείανση σκληρών επιφανειών (κυρ. ξύλου ή μετάλλου).

[υστλατ. plan(a) μεταπλ. ίσως κατά το σμίλη]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πλάνης [plánis] Ε γεν. πλάνητος, αιτ. πλάνητα, πληθ. πλάνητες, γεν. πλανήτων : (λόγ.) που περιπλανιέται, περιφέρεται, μετακινείται χωρίς να έχει μόνιμο τόπο διαμονής: Zει / διάγει πλάνητα βίον. Πλάνητες αστέρες, οι πλανήτες. Πλάνητες πυρετοί, άτακτοι, ακανόνιστοι. || (ως ουσ.) ο πλάνης.

[λόγ. < αρχ. πλάνης]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πλανητάριο το [planitário] Ο41 : εγκατάσταση που επιτρέπει την αναπαράσταση των βασικών χαρακτηριστικών της ουράνιας σφαίρας, της θέσης, του μεγέθους και των κινήσεων των ουράνιων σωμάτων και ιδίως των πλανητών. || το κτίριο με ειδικό θόλο, όπου στεγάζεται και λειτουργεί το πλανητάριο.

[λόγ. < νλατ. planetari(um) -ον (< λατ. planeta < αρχ. πλανήτης)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πλανητάρχης ο [planitárxis] Ο10 : χαρακτηρισμός του Προέδρου των HΠA που θεωρούνται το πιο ισχυρό κράτος στον κόσμο.

[λόγ. πλανή τ(ης) + -άρχης μτφρδ. αγγλ. planet man]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πλανήτης ο [planítis] Ο10 : μεγάλο ετερόφωτο ουράνιο σώμα, που διαγράφει περιστροφικές τροχιές γύρω από έναν ήλιο: Οι πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος είναι εννέα. Ο ~ Γη / Ουρανός / Kρόνος / Δίας. Kινδυνεύει το οικολογικό σύστημα του πλανήτη μας, της γης. Σύστημα / σύνοδος / περιφορά πλανητών. ΦΡ ζει* σε άλλον πλανήτη.

[λόγ. < ελνστ. πλανήτης < αρχ. ἀστέρες πλανῆται, πλάνητες ἀστέρες `άστρα που περιπλανιούνται΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πλανητικός -ή -ό [planitikós] Ε1 : που αναφέρεται ή που ανήκει στους πλανήτες: Πλανητικό σύστημα, το σύνολο των πλανητών που κινούνται γύρο από τον Ήλιο ή από έναν αστέρα. Πλανητικό νεφέλωμα. Πλανητικές αποστάσεις / θερμοκρασίες.

[λόγ. < ελνστ. πλανητικός `που αναφέρε ται σε πλανήτη΄ & σημδ. γαλλ. planétaire (< λατ. planeta < αρχ. πλανήτης)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go