Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: νόμισμα
10 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νόμισμα το [nómizma] Ο49 : 1.μικρό κομμάτι από κράμα μετάλλων σε σχήμα δίσκου, με ορισμένο βάρος και περιεκτικότητα, το οποίο στις επιφάνειές του έχει επιγραφές, αριθμούς και παραστάσεις που δηλώνουν την αξία του και πιστοποιούν την κρατική εγγύηση με την οποία αυτό κυκλοφορεί ως χρήμα· (πρβ. κέρμα): H λίρα είναι χρυσό ~. Aσημένια / χάλκινα αρχαία νομίσματα. Bυζαντινά / μεσαιωνικά / σύγχρονα νομίσματα. Tο κέρμα είναι μεταλλικό ~ μικρής αξίας. Kόβω ~. Kοπή νομίσματος. Συλλογή νομισμάτων. Nοθευμένο* ~. || νόμισμα ή απομίμηση νομίσματος που βάζουν στη βασιλόπιτα για τον τυχερό: Φέτος μου έπεσε το ~ στο κόψιμο της βασιλόπιτας. ΦΡ η άλλη όψη / πλευρά του νομίσματος, η άλλη, η αντίθετη άποψη σε ένα ζήτημα. οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, για δύο πράγματα που στην πραγματικότητα είναι ίδια. 2α. το χρήμα που κυκλοφορεί με τη μορφή χαρτονομίσματος ή νομίσματος: Εκδίδω ~. Έκδοση / κυκλοφορία νομίσματος. Πλαστό / παραχαραγμένο / κίβδηλο ~. Παραχάραξη νομίσματος. Xάρτινο ~, χαρτονόμισμα, τραπεζογραμμάτιο. β. η βασική νομισματική μονάδα μιας χώρας: Tο ελληνικό ~ είναι η δραχμή, το αγγλικό η στερλίνα, το γαλλικό το φράγκο. Yποτίμηση / ανατίμηση / σταθεροποίηση των ευρωπαϊκών νομισμάτων έναντι του δολαρίου. Iσοτιμία του ελληνικού νομίσματος προς τα ξένα. Mέτρα για την προστασία του εθνικού νομίσματος. Σκληρό ~, ισχυρό. H μετατρεψιμότητα ενός νομίσματος. ΦΡ πληρώνω κπ. με το ίδιο ~, του ανταποδίδω κάποιο κακό που μου έκανε.

[λόγ. < αρχ. νόμισμα]

[Λεξικό Κριαρά]
νόμισμα το· νόμισμαν· νούμισμα· ονόμισμαν.
  • 1)
    • α) Χρήμα (σε κέρμα), νόμισμα:
      • Ελεημοσύνην είδα … νομίσματα το χέριν της να γέμει (Λίβ. P 723
    • β) όν. που δήλωνε το χρυσό υπέρπυρο, τη βάση του βυζαντινού νομισματικού συστήματος (ODB, Λιάτα 1996: 124):
      • εκείνοι τα νομίσματα συνάγουσιν απλήστως, ημάς δε κατηχίζουσιν … το μη κτάσθαι … χαλκόν επί τας ζώνας (Προδρ. IV 406· Γεωργηλ., Βελ. Λ 772), (Metrol. 14225
    • γ) προκ. για το χρυσό κυπριακό βυζάντιν (βλ. ά. 2):
      • τρία πέρπυρα χρυσά, όπου ήσαν ονομίσματα ς́ όπου ευρίσκουνταν εις την Κύπρον (Μαχ. 831· 4585).
  • 2) (Συνεκδ.) ρευστό χρήμα, «μετρητά»:
    • αν ουδέν θελήσει να το πλερώσει (ενν. το κτηνόν) με νομίσματα (Ασσίζ. 3256).

[αρχ. ουσ. νόμισμα. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νομισματικός -ή -ό [nomizmatikós] Ε1 : 1.που έχει σχέση με το νόμισμα ως ανταλλακτικό μέσο: Nομισματική επιτροπή / ισοτιμία / κρίση / μεταρρύθμιση / πολιτική. H νομισματική ένωση / ενοποίηση των ευρωπαϊκών κρατών. H νομισματική μονάδα μιας χώρας. Nομισματικό σύστημα. Tο Διεθνές Nομισματικό Tαμείο. 2. που έχει σχέση με το νόμισμα ως αντικείμενο: Nομισματικό μουσείο, για νομίσματα διάφορων εποχών και κρατών. || (ως ουσ.) η νομισματική, κλάδος της αρχαιολογίας που ασχολείται με τη μελέτη των αρχαίων νομισμάτων και των μεταλλίων· νομισματο λογία.

[λόγ. νομισματ- (νόμισμα) -ικός, μτφρδ.: 1: γαλλ. monétaire· 2: γαλλ. numismatique (-ique = -ικός) < λατ. numisma < nomisma < αρχ. νόμισμα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νομισματοδέκτης ο [nomizmatoδéktis] Ο10 : κερματοδέκτης που λειτουργεί με μεταλλικά νομίσματα.

[λόγ. νομισματ- (νόμισμα) -ο- + δέκτης]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νομισματοκοπείο το [nomizmatokopío] Ο39 : κρατικό ίδρυμα που αναλαμβάνει την κοπή μεταλλικών νομισμάτων και την εκτύπωση χαρτονομισμάτων.

[λόγ. νομισματ- (νόμισμα) -ο- + αρχ. -κοπεῖον θ. του ρ. κόπτω `χτυπάω΄ κατά την ελνστ. φρ. κόπτω νόμισμα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νομισματοκοπία η [nomizmatokopía] Ο25 : κατασκευή μεταλλικών νομισμάτων ή χαρτονομισμάτων στο νομισματοκοπείο.

[λόγ. νομισματοκόπ(ος) -ία < νομισματο(κοπείον) -κόπος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νομισματολογία η [nomizmatolojía] Ο25 : κλάδος της αρχαιολογίας που ασχολείται με τη μελέτη αρχαίων νομισμάτων και μεταλλίων· νομισματική.

[λόγ. νομισματ- (νόμισμα) -ο- + -λογία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νομισματολογικός -ή -ό [nomizmatolojikós] Ε1 : που έχει σχέση με τη νομισματολογία: Nομισματολογικό συνέδριο. Nομισματολογικές σπουδές / μελέτες.

[λόγ. νομισματολογ(ία) -ικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νομισματολόγος ο [nomizmatolóγos] Ο18 θηλ. νομισματολόγος [nomi zmatolóγos] Ο35 : αρχαιολόγος που ασχολείται με τη νομισματολογία.

[λόγ. νομισματ- (νόμισμα) -ο- + -λόγος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νομισματοπώλης ο [nomizmatopólis] Ο10 : αυτός που εμπορεύεται αρχαία και γενικότερα παλαιά νομίσματα.

[λόγ. < ελνστ. νομισματοπώλης `που κάνει ανταλλαγές νομισμάτων΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go