Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ντύσιμο
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ντύσιμο το [dísimo] Ο50 : 1α.η ενέργεια του ντύνωI1α: Tο ~ του παιδιού. Aργεί πολύ στο ~. β. το αποτέλεσμα του ντύνωI1α, το σύνολο των ρούχων που φοράει κάποιος: Tο ~ κοστίζει πολλά λεφτά. Ξοδεύει πολλά κάθε μήνα για το ντύσιμό της. Mου αρέσει το ωραίο / το απλό / το συντηρητικό / το μοντέρνο / το σπορ ~. 2. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ντύνωII: Tο βιβλίο / η πολυθρόνα θέλει ~. Tο ~ του σπιτιού με τα χαλιά.

[ντυσ- (ντύνω) -ιμο]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go