Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μπογιά
6 items total [1 - 6]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μπογιά η [bojá] Ο24 : 1α. η χρωστική ουσία, στερεά ή υγρή, με την οποία βάφεται κτ.· χρώμα, βαφή: Kόκκινη / πράσινη / κίτρινη ~. ~ για το βάψιμο τοίχων. ~ επίπλων / παπουτσιών· (πρβ. βερνίκι). Bούτηξε το πινέλο στο δοχείο με την ~. ~ για τα μαλλιά. ΦΡ (δεν) περνάει η ~ κάποιου, τα προσόντα του, οι ικανότητές του κτλ. (δεν) έχουν πέραση: Γέρασε και δεν περνάει πια η ~ του. β. το λεπτό στρώμα μπογιάς που καλύπτει μια βαμμένη επιφάνεια: Δε στέγνωσε ακόμα η ~. Ξύθηκε η ~ από το έπιπλο. Έφυγε η ~ από τα κάγκελα. 2. χρωματιστό μολύβι που το χρησιμοποιούν τα παιδιά για να ζωγραφίσουν: Kασετίνα με μπογιές.

[τουρκ. boya]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μπόγιας ο [bójas] Ο4 (χωρίς πληθ.) : 1α. υπάλληλος που ασχολείται με τη σύλληψη και τη συγκέντρωση των αδέσποτων σκύλων: Nα έχετε τα σκυλιά σας δεμένα, γιατί θα περάσει ο ~. β. (παρωχ.) ο δήμιος. 2. (μτφ.) για πολύ αυστηρό ή σκληρό άνθρωπο.

[αντδ. < ιταλ. boia `δήμιος΄ < λατ. πληθ. bojae `δερμάτινο κολάρο για βόδια΄ < αρχ. βοεῖαι, πληθ. του βοεία `(λουρίδα από) τομάρι βοδιού΄]

[Λεξικό Κριαρά]
μπόγιας ο.
  • 1) Δήμιος:
    • (Μπερτολδίνος 110).
  • 2) (Συνεκδ. - υβριστ.) άνθρωπος που κάνει κακό· άνθρωπος ελεεινός, άθλιος:
    • α, μπόγια, ιδές εδώ το καλόν σου κάμωμα (αυτ. 35).

[<ιταλ. boia. Η λ. στο Βλάχ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μπογιατζής ο [bojadzís] Ο8 : τεχνίτης που ασχολείται με το βάψιμο τοίχων. ΦΡ τα μυαλά* σου και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος.

[τουρκ. boyacι ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μπογιατίζω [bojatízo] -ομαι & μπογιαντίζω [bojadízo] -ομαι Ρ2.1 : βάφω μια επιφάνεια ιδίως με υγρή μπογιά: ~ τον τοίχο.

[-ντί-: τουρκ. boyad(ι) (γ' εν. αορ. του ρ. boyar) -ίζω· -τί-: ανομ. ηχηρ. [b-d > b-t] ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μπογιάτισμα το [bojátizma] & μπογιάντισμα το [bojádizma] Ο49 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μπογιατίζω.

[μπογιατισ-, μπογιαντισ- (μπογιατίζω, μπογιαντίζω) -μα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go