Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: μαντείον
1 item total
[Λεξικό Κριαρά]
μαντείον το· μάντειο· μαντειό.
  • Μαντείο:
    • (Αλεξ. 295).

[αρχ. ουσ. μαντείον. Η λ. και σήμ. (‑ο)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go